Το κρίσιμο ζήτημα του σεληνιακού χρόνου τίθεται στο επίκεντρο της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, καθώς οι επιστήμονες εξετάζουν πώς θα συγχρονιστεί ο χρόνος στη Σελήνη σε σχέση με τη Γη. Το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τα μελλοντικά προγράμματα εξερεύνησης της Σελήνης, σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση που έγινε κατά την 28η Γενική Διάσκεψη Μέτρων και Σταθμών (CGPM) στις Βερσαλλίες.
Οι συμμετέχουσες χώρες στη διάσκεψη του οργάνου που είναι υπεύθυνο για τη διεθνή κατάρτιση προτύπων στη μετρολογία, υιοθέτησαν ψήφισμα για τον καθορισμό μιας «διεθνούς κλίμακας σεληνιακού χρόνου αναφοράς». Στη Γη, όλες οι συσκευές συγχρονίζονται με τον Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα (UTC), ωστόσο στη Σελήνη ο χρόνος κυλάει διαφορετικά λόγω των αρχών της γενικής σχετικότητας, όπως είχε προβλέψει ο Αϊνστάιν.
Συγκεκριμένα, αν δύο ρολόγια συγχρονιστούν στη Γη και το ένα σταλεί στη Σελήνη, θα προκύψει απόκλιση 56 μικροδευτερολέπτων ημερησίως. Αυτή η διαφορά, αν και μικρή, είναι καθοριστική για την ακριβή προσγείωση διαστημικών σκαφών και τον προσανατολισμό ροβερ ή αστροναυτών στη Σελήνη, όπως επεσήμανε η Πασκάλ Ντεφρέν, φυσικός στο Βασιλικό Αστεροσκοπείο του Βελγίου.
Ο Τζόελ Πάρκερ, υπεύθυνος για το ζήτημα στη NASA, εξήγησε ότι «η ανάγκη για ακρίβεια πλοήγησης της τάξης του ενός μέτρου στη Σελήνη μεταφράζεται σε χρονική ακρίβεια της τάξης του ενός νανοδευτερολέπτου». Οι διεθνείς διαστημικές υπηρεσίες σχεδιάζουν την ανάπτυξη δορυφόρων πλοήγησης γύρω από τη Σελήνη, υπογραμμίζοντας τη σημασία κοινών κανονισμών για την επιχειρησιακή ασφάλεια όλων των παρόχων και χρηστών σεληνιακών υπηρεσιών εντοπισμού, πλοήγησης και συγχρονισμού.
Οι αστρονόμοι χρησιμοποιούν ήδη τον Σεληνιακό Συντονισμένο Χρόνο (TCL), ενώ κάποιες διαστημικές υπηρεσίες εφαρμόζουν παραλλαγές του. Το ερώτημα παραμένει ποια μέθοδος θα επιλεγεί και πώς θα διασφαλιστεί η σύνδεση του σεληνιακού με τον γήινο χρόνο. Στη Γη, ο UTC βασίζεται στον μέσο όρο 500 ατομικών ρολογιών παγκοσμίως, ενώ στη Σελήνη θα απαιτηθεί ανάλογο δίκτυο, με εκκρεμότητες ως προς τον υπεύθυνο λειτουργίας του και τον καθορισμό του υψομέτρου «μηδέν», αφού η Σελήνη δεν διαθέτει θάλασσα για σημείο αναφοράς.
Στα επόμενα χρόνια, μετρολόγοι, αστρονόμοι, γεωφυσικοί, γεωδαίτες, διεθνείς οργανισμοί και διαστημικές υπηρεσίες θα πρέπει να βρουν λύσεις σε αυτά τα τεχνικά και οργανωτικά ζητήματα, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή και ακριβής λειτουργία των μελλοντικών αποστολών στη Σελήνη.