Μεγάλες προσδοκίες εκφράζει ο διευθυντής και επιστημονικά υπεύθυνος του Α΄ Παθολογικού-Ογκολογικού τμήματος του Αγίου Σάββα, Αλέξανδρος Αρδαβάνης, για το νέο mRNA θεραπευτικό εμβόλιο που δοκιμάζεται αυτή την περίοδο σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα. Η διεθνής πολυκεντρική μελέτη, στην οποία συμμετέχουν 12 ελληνικά κέντρα – εκ των οποίων τα 8 ανήκουν στον δημόσιο τομέα – κατατάσσει το τμήμα του Αγίου Σάββα δεύτερο παγκοσμίως σε αριθμό περιστατικών.
Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου, ο διακεκριμένος ογκολόγος αναφέρθηκε στη συμμετοχή του τμήματός του σε περισσότερες από είκοσι διεθνείς μελέτες την τελευταία δεκαετία. «Ένα από αυτά τα πρωτόκολλα αφορά τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του συγκεκριμένου εμβολίου σε ασθενείς με μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, που έχει αναπτύξει αντίσταση στην ανοσοθεραπεία. Η μελέτη αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και 9 μήνες στο νοσοκομείο μας και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο 2028. Το θεραπευτικό αυτό εμβόλιο μπορεί να ενισχύσει τη δράση της ανοσοθεραπείας και αυτό που περιμένουμε είναι περαιτέρω αύξηση της επιβίωσης στον προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα, κάτι άλλωστε που φαίνεται από τα προκαταρκτικά δεδομένα».
Αύξηση των κλινικών μελετών και νέες προοπτικές
Αναφορικά με τις προοπτικές που ανοίγει η μελέτη, ο κ. Αρδαβάνης σημείωσε: «Είναι ακόμα νωρίς για να εκτιμηθεί η επίπτωση των mRNA εμβολίων στη θεραπευτική των κακοήθων νεοπλασμάτων. Ωστόσο, είναι βέβαιο πως βρισκόμαστε ήδη στην αρχή μιας πολύ ενδιαφέρουσας εποχής που μας κάνει εξαιρετικά αισιόδοξους».
Ο Άγιος Σάββας, που ιδρύθηκε το 1935 και αποτελεί το πρώτο νοσοκομείο στην Ελλάδα αφιερωμένο αποκλειστικά στη θεραπεία του καρκίνου, είναι επίσης το πρώτο νοσηλευτικό ίδρυμα που έλαβε κρατική ενίσχυση από το υπουργείο Υγείας για την αναβάθμισή του σε Ολοκληρωμένο Κέντρο Καρκίνου.
Σχολιάζοντας την επίδραση αυτής της πιστοποίησης, ο κ. Αρδαβάνης τόνισε ότι «περισσότεροι ασθενείς έχουν πιο έγκαιρα πρόσβαση σε νέα φάρμακα μέσω των κλινικών δοκιμών, οι οποίες λόγω της πιστοποίησης έχουν αυξηθεί».