Δημοσιεύθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που καταδίκασε στα τέλη Φεβρουαρίου τέσσερις επιχειρηματίες για την υπόθεση των υποκλοπών μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Στις 1.930 σελίδες της καθαρογραμμένης απόφασης, ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης αιτιολογεί λεπτομερώς όχι μόνο την καταδίκη σε πολυετείς ποινές φυλάκισης των δύο Ελλήνων και του ζεύγους των αλλοδαπών επιχειρηματιών, αλλά και την εντολή του για τη διενέργεια νέου κύκλου ερευνών για το αδίκημα της κατασκοπείας.
Η απόφαση θα διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, η οποία καλείται να ανοίξει νέες ποινικές έρευνες για πρόσωπα που μέχρι σήμερα δεν είχαν τεθεί υπό δικαστικό έλεγχο.
Νέες έρευνες για την υπόθεση Predator
Ο κ. Ασκιανάκης, επικαλούμενος δεδομένα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης, αναφέρεται εκτενώς στον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού, στη δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης σε αρχεία και στην έκταση των δεδομένων που μπορούν να αποσπαστούν.
Tα στοιχεία αυτά συνδυάζονται με τις ιδιότητες των αποδεκτών μολυσμένων μηνυμάτων, «που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες», σύμφωνα με το άρθρο 149 του Ποινικού Κώδικα περί κρατικού απορρήτου.
Επιπλέον, ο πρόεδρος του δικαστηρίου αναφέρεται στα απόρρητα κρατικά έγγραφα «που ο πρώην Υπουργός και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας κ. Χρήστος Σπίρτζης διατηρούσε στην κινητή τηλεφωνική του συσκευή».
Τα έγγραφα αυτά, τα οποία εισφέρθηκαν στα αναγνωστέα στοιχεία της δίκης, αφορούσαν διαπραγματεύσεις για τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, την αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος στήριξης της Ελλάδας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και τηλεγράφημα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι για νέα αεροπορική σύνδεση Ντουμπάι – Νέα Υόρκη μέσω Αθήνας.
Σύμφωνα με την απόφαση, τα παραπάνω δεδομένα καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της πιθανής τέλεσης πράξεων κατασκοπείας, τουλάχιστον υπό τη μορφή της απόπειρας.
Σύνδεση με νέους εμπλεκόμενους
Η απόφαση αναδεικνύει τον ρόλο συγκεκριμένων προσώπων που προέκυψαν από τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, τα οποία φέρονται να εμπλέκονται στην επιμόλυνση του κινητού του κ. Νίκου Ανδρουλάκη και άλλων 24 «στόχων».
Επίσης, καταγράφεται η σύνδεση της προπληρωμένης κάρτας μέσω της οποίας εστάλησαν τα μολυσμένα μηνύματα με σημείο πλησίον εγκαταστάσεων της ΕΥΠ, όπου η κάρτα φορτίστηκε μέσω ΑΤΜ.
Παράλληλα, το σκεπτικό της απόφασης θέτει στο επίκεντρο της ποινικής έρευνας επτά πρόσωπα «που αποτελούν σημαίνοντα στελέχη των εξεταζόμενων εταιριών και δεν αποτελούσαν απλά εκτελεστικά όργανα των κατηγορουμένων, αλλά είχαν εξίσου πλήρη εικόνα καθώς και αποφασιστικές αρμοδιότητες επί των επιχειρήσεων».