Φώτο: Shutterstock

Ιδέες από την αντιμετώπιση της γρίπης του 1918 εξετάζει η Νέα Υόρκη

Η Νέα Υόρκη είναι απίθανο να επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στους κανονικούς ρυθμούς μέχρι το φθινόπωρο. Ακόμα και τότε, οι εργαζόμενοι πιθανότατα θα επιστρέψουν στην εργασία τους σε φάσεις, αν όχι καθόλου.

Καθώς η Νέα Υόρκη σχεδιάζει να επιστρέψει ξανά στις συνήθεις δραστηριότητες μέσα στους επόμενους μήνες, οι αξιωματούχοι της πόλης άρχισαν να ξεσκονίζουν τα παλιά εγχειρίδια από την πανδημία της γρίπης του 1918, όταν οι επιχειρήσεις είχαν διατάχθεί να ανοίγουν εκ περιτροπής και σταδιακά τις εργάσιμες ημέρες τους, προκειμένου να αποτραπεί να γίνει όχημα διάδοσης της ασθένειας το μετρό της μεγαλούπολης.

Η κεντρική ιδέα του μέτρου- και τότε όπως και τώρα- είναι να απλωθεί η χρήση του μετρό καθ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να αποφευχθεί εκείνο το είδος του συνωστισμού που οι ειδικοί της υγείας φοβούνται ότι θα μπορούσε να μετατρέψει το δημοφιλές τούτο μέσο μετακίνησης σε σημείο αναπαραγωγής για τον νέο κορονοϊού, που ήδη έχει στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 20.000 ανθρώπους στην πόλη.

Οι συνομιλίες για κλιμακούμενα ωράρια και τις ημέρες λειτουργίας των γραφείων βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, δήλωσε στο πρακτορείο Reuters ένα μέλος της επιτροπής για το άνοιγμα εκ νέου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Εντούτοις, ο συντονισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί περίπλοκος σε μια πόλη με 220.000 επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μικρομεσαίου μεγέθους.

Μολαταύτα ο Πάτρικ Φόι, πρόεδρος της Μητροπολιτικής Αρχής Μεταφορών, έχει θέσει το θέμα στην ηγεσία του επιχειρηματικού κλάδου, υπογραμμίζοντας πως θεωρεί το μέτρο αυτό το κλειδί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον δαιδαλώδη ιστό των 665 μιλίων της διαδρομής του μετρό, το οποίο πριν κλείσει, τον Μάρτιο, μετέφερε 5,5 εκατομμύρια ανθρώπους την ημέρα .

Ο Φόι τόνισε σε εκδήλωση, που διοργάνωσε η Ένωση για μια Καλύτερη Νέα Υόρκη στις 6 Μαΐου, ότι αντιμετωπίζει την προοπτική του κλιμακωτού ωραρίου εργασίας και τις εκ περιτροπής ημέρες ως «μέρος της απάντησης» στη συμφόρηση, επικαλούμενος τα μέτρα που είχαν ληφθεί το 1918.

Η Κάθριν Γουάιλντ, πρόεδρος της οργάνωσης Εταιρική Σχέση για τη Νέα Υόρκη και μέλος της επιτροπής για την επαναλειτουργία της Πολιτείας, που έχει συστήσει ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Άντριου Κουόμο, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις θα υποστηρίξουν το μέτρο για συντονισμένες ώρες έναρξης.

«Οι εργοδότες προσδοκούν πως κάτι τέτοιο θα πρέπει να επιλυθεί εάν πρόκειται οι εργαζόμενοί τους να επιστρέψουν στα τρένα», δήλωσε η ίδια.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του 1918, ο Επίτροπος Υγείας της Νέας Υόρκης Ρόαγιαλ Κόουπλαντ είχε επιβάλει κλιμακωτό ωράριο στις επιχειρήσεις με διαφορά 15 λεπτών στην έναρξη και τη λήξη του. Παρόλο που σήμερα δεν είναι σαφές τι αντίκτυπο είχε η κίνηση αυτή, η Νέα Υόρκη τελικά τα ειχε πάει καλύτερα από άλλες πόλεις - με ποσοστό 4,7 θανάτων ανά 1.000 κατοίκους, πολύ χαμηλότερο από το 7,3 της Φιλαδέλφειας.

Η Νέα Υόρκη είναι απίθανο να επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στους κανονικούς ρυθμούς μέχρι το φθινόπωρο. Ακόμα και τότε, οι εργαζόμενοι πιθανότατα θα επιστρέψουν στην εργασία τους σε φάσεις, αν όχι καθόλου. Οι υπάλληλοι των τεχνολογικών εταιρειών Twitter Inc και Square Inc, για παράδειγμα, έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται από το σπίτι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΙΕΘΝΗ

Η Gilead σχεδιάζει τη χορήγηση της ρεμντεσιβίρης, με εισπνεόμενα διαλύμματα

Ο ίδιος τόνισε πως η Gilead επιταχύνει τις προσπάθειές της να διαθέσει μεγάλες ποσότητες ρεμντεσιβίρης και έχει αρχίσει να συζητεί με κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο για την τιμολόγησή της.
ΔΙΕΘΝΗ

Δεύτερο κύμα της πανδημίας λόγω των διαδηλώσεων, φοβούνται επιστήμονες στις ΗΠΑ

Οι αρχές προέτρεψαν τους διαδηλωτές να φοράνε μάσκες και να τηρούν αποστάσεις για να μειώσουν την πιθανότητα μετάδοσης του κορονοϊού, καθώς φοβούνται ότι οι διαδηλώσεις μπορεί να αποδειχθούν εστίες υπερμετάδοσης.
ΔΙΕΘΝΗ

Επιφυλακτικοί απέναντι στο εμβόλιο κατά του κορονοϊού το ένα τέταρτο των Αμερικανών

Περίπου το 36% των ερωτηθέντων δήλωσε λιγότερο πρόθυμο να εμβολιαστεί αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έλεγε ότι είναι ασφαλής ο εμβολιασμός και μόνο το 14% δήλωσε περισσότερο πρόθυμο.