Ο πρώην ειδικός εισαγγελέας Τζακ Σμιθ επανέλαβε ενώπιον της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε παρανόμως να ανατρέψει τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020 και να εμποδίσει τη μεταβίβαση της εξουσίας στον διάδοχό του, Τζο Μπάιντεν.
Σύμφωνα με τον Σμιθ, ο πρώην πρόεδρος ενεπλάκη σε ένα παράνομο σχέδιο για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος και την παρεμπόδιση της νόμιμης διαδικασίας. Καταδίκασε επίσης τα «ψευδή και παραπλανητικά αφηγήματα» που κυκλοφόρησαν γύρω από την έρευνά του.
Ο Σμιθ τόνισε ότι οι αποφάσεις του ελήφθησαν ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό ή τις φιλοδοξίες του Τραμπ για τις εκλογές του 2024. Όπως δήλωσε, η ποινική δίωξη ασκήθηκε επειδή οι αποδείξεις έδειχναν συνειδητή παραβίαση της νομοθεσίας.
Μετά τη νίκη του Τραμπ στις εκλογές του 2024, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας έθεσε τέλος στις δύο βασικές έρευνες: μία για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος του 2020 και μία για την παρακράτηση απορρήτων εγγράφων. Το υπουργείο Δικαιοσύνης εφάρμοσε έτσι την πρακτική μη άσκησης δίωξης σε εν ενεργεία πρόεδρο, που ισχύει από την εποχή του Γουότεργκεϊτ.
Στην τελική έκθεσή του τον Ιανουάριο του 2025 για την υπόθεση των εκλογών, ο Σμιθ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι, αν δεν είχε επανεκλεγεί ο Τραμπ, θα είχε καταφέρει να τον καταδικάσει.
Η σημερινή ακρόαση στην Επιτροπή, που ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικάνους, προσέφερε για πρώτη φορά στον Σμιθ τη δυνατότητα να μιλήσει δημόσια στους Αμερικανούς πολίτες.
Ο Σμιθ δήλωσε ότι θα ασκούσε δίωξη σε οποιονδήποτε πρώην πρόεδρο, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, αν υπήρχαν τα ίδια στοιχεία.
Οι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές αμφισβήτησαν την έρευνα, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί κατάχρηση του νομικού συστήματος με στόχο τον Τραμπ. Ο Τζιμ Τζόρνταν, πρόεδρος της Επιτροπής, χαρακτήρισε τη διαδικασία αμιγώς πολιτική.
Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί υπερασπίστηκαν τον Σμιθ ως εισαγγελέα που κινήθηκε βάσει αποδείξεων και χωρίς κομματική στήριξη. Ο Τζέιμι Ράσκιν τόνισε ότι ο Σμιθ «έκανε τη δουλειά του» παρά τις πιέσεις.
Η κατάθεση του Σμιθ επικεντρώθηκε κυρίως στην υπόθεση της ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος, καθώς πολλές λεπτομέρειες για την υπόθεση των απορρήτων εγγράφων παραμένουν απόρρητες με δικαστική εντολή.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει αθώος σε όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι διώξεις είχαν στόχο να πλήξουν την προεκλογική του εκστρατεία. Πρόσφατα, ζήτησε να ασκηθεί δίωξη στον Σμιθ, ενώ η κυβέρνησή του προχώρησε σε απολύσεις στελεχών του υπουργείου Δικαιοσύνης και του FBI που συμμετείχαν στις σχετικές έρευνες.
Καμία από τις υποθέσεις δεν οδηγήθηκε τελικά στα δικαστήρια.