Λίγες ώρες απομένουν μέχρι την εκπνοή της τελευταίας αμερικανορωσικής συνθήκης για τα πυρηνικά όπλα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για μια νέα κούρσα εξοπλισμών, με την Κίνα να αποκτά πλέον σημαντικό ρόλο.
Οι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών καθιερώθηκαν μετά την Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα το 1962, με στόχο τη μείωση της απειλής ενός καταστροφικού πυρηνικού πολέμου.
Εάν η συνθήκη New START λήξει χωρίς συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις θα βρεθούν για πρώτη φορά εδώ και πενήντα χρόνια χωρίς περιορισμούς στον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών που μπορούν να αναπτύξουν.
Η αβεβαιότητα σχετικά με την ακριβή ώρα εκπνοής της συνθήκης παραμένει, ωστόσο ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό θα συμβεί τα μεσάνυχτα ώρα Πράγας, όπου και υπογράφηκε το 2010.
Σύμφωνα με τον Matt Korda, εκτελεστικό διευθυντή του Nuclear Information Project στη Federation of American Scientists, αν δεν υπάρξει παράταση των βασικών ρυθμίσεων, ούτε η Ρωσία ούτε οι ΗΠΑ θα έχουν περιορισμούς στην ανάπτυξη πυρηνικών κεφαλών.
Όπως επισημαίνει, «χωρίς τη συνθήκη, κάθε πλευρά θα είναι ελεύθερη να αναπτύξει εκατοντάδες επιπλέον πυρηνικές κεφαλές στους ενεργούς πυραύλους και βομβαρδιστικά αεροσκάφη, διπλασιάζοντας το μέγεθος των οπλοστασίων τους σύμφωνα με το πλέον μαξιμαλιστικό σενάριο».
Ο Korda σημειώνει επίσης ότι η εκπνοή της New START δεν συνεπάγεται απαραίτητα νέα κούρσα εξοπλισμών, λόγω του υψηλού κόστους των πυρηνικών όπλων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει πρόσφατα πως «αν εκπνεύσει η συμφωνία, θα κάνουμε μια καλύτερη», ενώ ρώσοι αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει απαντήσει στην πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν για παράταση των περιορισμών.
Επιπτώσεις για τον έλεγχο των εξοπλισμών
Τα αποθέματα πυρηνικών κεφαλών έχουν μειωθεί από τις 70.000 το 1986 σε 12.000 το 2025, ωστόσο ΗΠΑ και Ρωσία αναβαθμίζουν τα οπλικά τους συστήματα, ενώ η Κίνα υπερδιπλασίασε το οπλοστάσιό της την τελευταία δεκαετία.
Υποστηρικτές του ελέγχου των εξοπλισμών επισημαίνουν πως η λήξη της New START δεν αφαιρεί μόνο τα όρια στον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών, αλλά υπονομεύει την εμπιστοσύνη και την ικανότητα επαλήθευσης των πυρηνικών προθέσεων.
Από την άλλη, αντίπαλοι της πολιτικής αυτής υποστηρίζουν ότι τα οφέλη είναι αμφίβολα και ότι τέτοιες συνθήκες περιορίζουν την καινοτομία και τα περιθώρια ελιγμών των μεγάλων δυνάμεων.
Πέρυσι, ο Τραμπ είχε ζητήσει τη συμμετοχή της Κίνας στη διαδικασία ελέγχου των εξοπλισμών, αναρωτώμενος γιατί ΗΠΑ και Ρωσία να συνεχίζουν την κατασκευή νέων πυρηνικών όπλων όταν ήδη διαθέτουν αρκετά για να καταστρέψουν τον κόσμο πολλές φορές.
Όπως είχε τονίσει, «όταν θα έρθει μια ώρα που θα χρειαζόμαστε πυρηνικά σαν αυτά που κατασκευάζουμε και που έχει και η Ρωσία και που η Κίνα έχει σε μικρότερη έκταση αλλά θα έχει, θα είναι μια πολύ θλιβερή μέρα».