Για ένα τεράστιο πρόβλημα με τη βία στη Γερμανία έκανε λόγο η ομοσπονδιακή υπουργός Δικαιοσύνης Στέφανι Χούμπιγκ, επισημαίνοντας ότι η ενδοοικογενειακή βία σπανίως καταγγέλλεται.
«Η έκταση του κρυμμένου προβλήματος ήταν απροσδόκητη», δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ, σχολιάζοντας τα ευρήματα έρευνας του υπουργείου Οικογενειακών Υποθέσεων, του υπουργείου Εσωτερικών και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας της Αστυνομίας κατά του Εγκλήματος (ΒΚΑ).
Σύμφωνα με τους υπεύθυνους της έρευνας, το 95% των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας δεν καταγγέλλεται. Το 48% των γυναικών και το 40% των ανδρών έχουν βιώσει ψυχολογική βία τουλάχιστον μία φορά, ενώ το 16% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι έχουν πέσει θύματα σωματικής βίας.
Επιπλέον, το 17,8% των γυναικών και το 4,8% των ανδρών έχουν δεχθεί σεξουαλική επίθεση, με το 56,7% των γυναικών και το 23,5% των ανδρών να έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση. Σωματική βία έχει δεχθεί το 18% των γυναικών και το 14% των ανδρών.
«Είτε πρόκειται για βία και παρενόχληση σε δημόσιο χώρο είτε για ενδοοικογενειακή βία είτε για ψηφιακή βία, το βέβαιο είναι ότι πάρα πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία βιώνουν βία στην καθημερινότητά τους», δήλωσε η κυρία Χούμπιγκ.
Τόνισε ότι για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον 20 χρόνια υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για την έκταση της βίας και ότι «οι γυναίκες επηρεάζονται σημαντικά συχνότερα και σοβαρότερα από τη βία σε σχέση με τους άνδρες».
Η υπουργός διευκρίνισε πως τα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας καταγράφουν μόνο τα καταγγελλόμενα περιστατικά και υπογράμμισε την ανάγκη ύπαρξης πλήρους εικόνας της κατάστασης.
Τα ευρήματα της έρευνας
Η έρευνα επικεντρώθηκε στη σωματική και ψυχολογική βία μεταξύ συντρόφων, στη σεξουαλική και ψηφιακή βία, καθώς και στη βία στην παιδική ηλικία. Για πρώτη φορά συμπεριλήφθηκαν και άνδρες στο αντιπροσωπευτικό δείγμα.
Η διαφορά μεταξύ των φύλων εντοπίζεται κυρίως στην ένταση της βίας, με τις γυναίκες να δηλώνουν εντονότερο φόβο και σοβαρότερους τραυματισμούς.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι το 25% όσων υφίστανται κάποια μορφή βίας έχουν βιώσει βία και σε άλλες συνθήκες. Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες είναι τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ, οι μετανάστες και οι γυναίκες με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Η βία κατά των γυναικών –σωματική και σεξουαλική– προέρχεται συνήθως από άνδρες δράστες.
Ανάγκη πολιτικής δράσης
«Περίμενα αυτά τα στοιχεία εδώ και πάνω από 20 χρόνια», δήλωσε στο κανάλι ARD η επικεφαλής της οργάνωσης «Terre des Femmes» Γκέζα Μπίρκμαν, σημειώνοντας ότι η προηγούμενη αντίστοιχη έρευνα χρονολογείται από το 2004.
Η Μπίρκμαν έκανε λόγο για «επί μακρόν έλλειψη πολιτικής βούλησης» και τόνισε ότι «δεν αρκεί να βλέπουμε μόνο τους αριθμούς, αλλά είναι σημαντικό τα δεδομένα να παρακινούν και πολιτική δράση».
Ζήτησε επίσης υποχρεωτική εκπαίδευση σε χώρους εργασίας και σχολεία για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις μορφές βίας.
Νομοθετικές πρωτοβουλίες
«Η προστασία από τη βία πρέπει να αποτελεί βασικό στόχο των πολιτικών μας», απάντησε η υπουργός Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας την ανάγκη να κλείσουν τα κενά στο ποινικό δίκαιο, «για παράδειγμα σχετικά με τη λεκτική σεξουαλική παρενόχληση και τις νέες μορφές ψηφιακής βίας».
Σχεδόν τα δύο τρίτα των γυναικών βιώνουν κάποια στιγμή σεξουαλική παρενόχληση, γεγονός που, όπως είπε η κυρία Χούμπιγκ, «δεν μπορούμε να το δεχθούμε». Το υπουργείο της έχει υποβάλει σχέδιο αλλαγών για τον Νόμο περί Προστασίας από τη Βία, προβλέποντας μεταξύ άλλων ότι οι δράστες ενδοοικογενειακής βίας θα μπορούσαν να φορούν «βραχιολάκι» και να παρακολουθούν μαθήματα κατά της βίας.