Οι παγκόσμιες ροές όπλων αυξήθηκαν σχεδόν κατά 10% την τελευταία πενταετία, με την Ευρώπη να υπερτριπλασιάζει τις εισαγωγές της, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας για την Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI).
Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στις αγορές όπλων για την Ουκρανία, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν παράλληλα τις αμυντικές τους δυνατότητες λόγω της απειλής που αντιλαμβάνονται από τη Ρωσία, αναφέρει η έκθεση.
Σύμφωνα με το SIPRI, ο όγκος των διεθνών ροών όπλων αυξήθηκε κατά 9,2% την περίοδο 2021-2025 σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. Το ινστιτούτο επισημαίνει ότι η ανάλυση ανά πενταετία προσφέρει ασφαλέστερα συμπεράσματα, καθώς οι ετήσιες παραδόσεις μεγάλων συμβολαίων παρουσιάζουν διακυμάνσεις.
Αν και οι ευρωπαϊκές εισαγωγές δεν έχουν φτάσει ακόμη τα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου, «η Ευρώπη είναι σήμερα ο κυριότερος προορισμός (εξαγωγών) όπλων» παγκοσμίως, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Μάθιου Τζορτζ, διευθυντής του προγράμματος για τις μεταφορές όπλων στο SIPRI.
«Οι παραδόσεις στην Ουκρανία από το 2022 είναι ο πιο προφανής παράγοντας, όμως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη έχουν επίσης αρχίσει να εισάγουν πολύ περισσότερα όπλα για να ενισχύσουν τις στρατιωτικές δυνατότητές τους» απέναντι σε αυτό που «εκλαμβάνουν ως μεγεθυνόμενη απειλή από τη Ρωσία», πρόσθεσε.
Η Ευρώπη αντιπροσωπεύει πλέον το 33% των παγκόσμιων εισαγωγών όπλων, με το μερίδιό της να αυξάνεται κατά 210% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. Σχεδόν τα μισά από αυτά τα όπλα (48%) προήλθαν από τις ΗΠΑ.
Ηγεμονία των ΗΠΑ και άνοδος της Γαλλίας
Οι ΗΠΑ διατηρούν την κυριαρχία στις εξαγωγές όπλων, με μερίδιο 42% την περίοδο 2021-2025, έναντι 36% την προηγούμενη. Η Γαλλία αναδείχθηκε δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, αυξάνοντας τις εξαγωγές της κατά 21% και καλύπτοντας το 9,8% του συνόλου.
Παρά τη βούληση της Ευρώπης για μεγαλύτερη αυτονομία, οι ενδοευρωπαϊκές μεταφορές όπλων αποτελούν μόλις το ένα πέμπτο των συνολικών ροών. «Οι ευρωπαίοι προμηθευτές συνεχίζουν να κάνουν παραδόσεις εκτός Ευρώπης μάλλον, παρά εντός», σημείωσε ο κ. Τζορτζ.
Η Γερμανία ξεπέρασε την Κίνα και έγινε τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων, με μερίδιο 5,7%. Σχεδόν το ένα τέταρτο των εξαγωγών της κατευθύνθηκε στην Ουκρανία, ενώ το 17% σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η αμερικανική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή αγορά αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς προβλέπεται η παράδοση περισσότερων από 460 μαχητικών F-35 σε ευρωπαϊκά κράτη, σύμφωνα με τον κ. Τζορτζ.
Μειώσεις στη Μέση Ανατολή και υποχώρηση της Ρωσίας
Οι εισαγωγές όπλων στη Μέση Ανατολή μειώθηκαν κατά 13% σε σχέση με την περίοδο 2016-2020. Ωστόσο, η περιοχή εξακολουθεί να φιλοξενεί τρεις από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς παγκοσμίως: τη Σαουδική Αραβία (6,8%), το Κατάρ (6,4%) και το Κουβέιτ (4,8%). Πάνω από το ήμισυ των εισαγωγών (54%) προέρχονται από τις ΗΠΑ.
«Βλέπουμε κατάλογο παραδόσεων εν αναμονή στη Μέση Ανατολή» και «αφού γίνουν» αυτές «θα δούμε τους αριθμούς αυτούς να αυξάνονται», ανέφερε ο κ. Τζορτζ.
Η Ρωσία παραμένει τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας, αλλά είναι η μόνη χώρα της πρώτης δεκάδας που καταγράφει πτώση. Οι εξαγωγές της μειώθηκαν κατά 64%, περιορίζοντας το μερίδιό της από 21% σε 6,8%.
Στροφή στην εθνική παραγωγή
Η μείωση των ρωσικών εξαγωγών αποδίδεται εν μέρει στη χρήση των εγχώριων εξοπλισμών στον πόλεμο της Ουκρανίας και εν μέρει στις πιέσεις ΗΠΑ και ΕΕ προς τρίτες χώρες να μην αγοράζουν ρωσικά όπλα, σύμφωνα με τον κ. Τζορτζ.
Παράλληλα, η Κίνα και η Ινδία, οι δύο μεγαλύτεροι εισαγωγείς ρωσικών όπλων, επιδιώκουν «την ανάπτυξη και την παραγωγή στο έδαφός τους αμυντικών τεχνολογιών». Η Ινδία έχει αποφασίσει να «επιδιώξει να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού της».
Η Κίνα, αυξάνοντας την εγχώρια παραγωγή και μειώνοντας τις εισαγωγές από τη Ρωσία, σημείωσε πτώση 72% στις συνολικές εισαγωγές της και βγήκε από την πρώτη δεκάδα των εισαγωγέων για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1990.