Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι πόλεμοι μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας κυριαρχούν στην Ευρώπη, με τους Βρετανούς να παραμένουν μόνοι απέναντι στη ναπολεόντεια απειλή, καθώς Ρώσοι και Αυστριακοί αποχωρούν από τη συμμαχία. Σε αυτή τη συγκυρία, τα πλοία αποκτούν μεγάλη αξία, ενώ οι πλοιοκτήτες εξασφαλίζουν επικερδείς ναύλους μεταφοράς βασικών αγαθών για τις αντιμαχόμενες πλευρές.
Στην Αθήνα, ο διπλωμάτης Τόμας Μπους, 7ο κόμης του Έλγιν, πρέσβης της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, επικεντρώνει την προσοχή του στην απομάκρυνση πολύτιμων αρχαιοτήτων από τα μνημεία της Ακρόπολης. Ανάμεσα στα αντικείμενα που συγκεντρώνονται βρίσκονται 75 μέτρα ζωφόρου του Παρθενώνα, γλυπτές μετόπες, φιγούρες από τα αετώματα, τμήματα κιόνων και ο Θρόνος του Πρυτάνεως. Όλα αυτά ετοιμάζονται για αναχώρηση από το λιμάνι του Πειραιά.
Καθώς ο καιρός περνά χωρίς να βρίσκεται διαθέσιμο πλοίο, ο λόρδος Έλγιν αγοράζει το δικάταρτο μπρίκι «Μέντορα», προκειμένου να μεταφέρει τον θησαυρό στη Βρετανία μέσω Μάλτας. Η φόρτωση των αρχαιοτήτων πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη του γραμματέα του, Γουίλιαμ Ρ. Χάμιλτον, ενώ ο καπετάνιος του πλοίου, Γουίλιαμ Έγκλεν, εκφράζει επιφυλάξεις για το βάρος του φορτίου.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1802, το «Μέντορα» ναυαγεί στον κόλπο του Αγίου Νικολάου στα Κύθηρα, καθώς οι καιρικές συνθήκες παρασύρουν το πλοίο εκτός πορείας. Το πολύτιμο φορτίο βυθίζεται, ενώ οι επιβαίνοντες διασώζονται. Ακολουθούν ενέργειες από τους Βρετανούς αξιωματούχους και τους τοπικούς προεστούς για την προστασία και ανέλκυση των αρχαιοτήτων.
Η ανεύρεση και η ανάσυρση των κιβωτίων με τα γλυπτά του Παρθενώνα αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη λόγω του βάθους και των δυσμενών συνθηκών. Ειδικευμένοι δύτες προσλαμβάνονται με υψηλές αμοιβές, ενώ η διαδικασία διαρκεί πάνω από δύο χρόνια. Τελικά, τα περισσότερα αντικείμενα ανασύρονται και αποστέλλονται στη Βρετανία, ενώ το γεγονός καταγράφεται ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις απώλειας πολιτιστικής κληρονομιάς για την Ελλάδα.