Η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην απέλαση περισσότερων από 25.000 ατόμων προς τρίτες χώρες, βασιζόμενη σε μυστικές συμφωνίες με 35 κράτη. Οι συμφωνίες αυτές προβλέπουν ότι οι χώρες υποδοχής θα δέχονται άτομα χωρίς καμία σχέση με αυτές, όπως αποκαλύπτει παγκόσμια δημοσιογραφική έρευνα που δημοσιεύεται σήμερα.
Από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο 2025, η Ουάσινγκτον έχει συνάψει συμφωνίες με χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και του Ειρηνικού. Σκοπός είναι η μεταφορά αλλοδαπών που δεν μπορούν να επιστραφούν νομίμως στις χώρες καταγωγής τους.
Η εκτενής δημοσιογραφική έρευνα της Forbidden Stories, στην οποία συμμετείχαν 72 δημοσιογράφοι από 23 μέσα ενημέρωσης σε 15 χώρες, αποκαλύπτει ότι η αμερικανική κυβέρνηση σχεδιάζει να διαθέσει πάνω από 410 εκατ. δολάρια σε χώρες υποδοχής ή υπηρεσίες του ΟΗΕ που ασχολούνται με τις επιστροφές μεταναστών.
Έως τις 31 Αυγούστου 2026, τουλάχιστον 25.447 άτομα είχαν ήδη μεταφερθεί σε 28 χώρες, με τους 20.000 να μεταφέρονται στο Μεξικό, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Forbidden Stories.
Οι ρήτρες των συμφωνιών διαφέρουν, κυρίως όσον αφορά τις εθνικότητες που γίνονται δεκτές και τα άτομα με ποινικό μητρώο.
Σύμφωνα με την Forbidden Stories, η Ουάσινγκτον προσέγγισε 49 από τις 54 αφρικανικές χώρες για να δεχθούν απελαθέντες πολίτες τρίτων χωρών.
Έρευνα του AFP στις αρχές του 2026 ανέδειξε τις πιέσεις που ασκεί η Ουάσινγκτον σε αφρικανικές χώρες, όπως απειλές για επιβολή δασμών, διακοπή έκδοσης αδειών εισόδου ή περικοπή βοήθειας, ώστε να δεχθούν απελαθέντες.
Νομικοί τόνισαν στο AFP ότι οι απελαθέντες, μόλις φτάσουν στις χώρες υποδοχής, «πέφτουν σε νομική μαύρη τρύπα» και συχνά κρατούνται χωρίς κατηγορίες σε άγνωστο περιβάλλον, στερούμενοι βασικών δικαιωμάτων.
Μία σχετικά άγνωστη υπηρεσία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, η Υπηρεσία Αναμετανάστευσης (Remigration), που συστάθηκε τον Μάιο 2025, ανέλαβε το κύριο μέρος των διαπραγματεύσεων και των πληρωμών, σύμφωνα με τη Forbidden Stories. Επικεφαλής της είναι ο Κρίστιαν Ζοβέ Ερχαρτ, 41χρονος διπλωμάτης με εμπειρία ως ακόλουθος ασφαλείας σε πρεσβείες.
Η Forbidden Stories αποκαλύπτει επισκέψεις του Ερχαρτ στο Καμερούν, όπου οι ΗΠΑ υπέγραψαν από τον Δεκέμβριο 2025 πρωτόκολλο για την υποδοχή απελαθέντων. Μία εβδομάδα αργότερα, ακολούθησε συμφωνία βοήθειας στον τομέα της υγείας ύψους περίπου 400 εκατ. δολαρίων για πέντε χρόνια.
Τον Ιανουάριο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέκρινε επιπλέον 30 εκατ. δολάρια για την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στο Καμερούν, με στόχο «τη διευκόλυνση της εθελούσιας επιστροφής προσφύγων και την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης».
Στις 14 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη πτήση με απελαθέντες προς το Καμερούν.
Άλλες συμφωνίες περιλαμβάνουν απευθείας πληρωμές σε κυβερνήσεις. Το Παλάου, κράτος του Ειρηνικού με 18.000 κατοίκους, υπέγραψε τον Δεκέμβριο συμφωνία για την υποδοχή 75 ατόμων έναντι 7,5 εκατ. δολαρίων. Μέχρι σήμερα, μόνο τρία άτομα έχουν μεταφερθεί εκεί.
Στο Εσουατίνι, από τον Ιούλιο 2025 έχουν φθάσει 32 από τους συνολικά 160 που προβλέπει συμφωνία ύψους πέντε εκατ. δολαρίων. Η χώρα αυτή συμφώνησε να υποδεχθεί και απελαθέντες με ποινικό μητρώο, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα.
Από τα 410 εκατ. δολάρια που προβλέπουν οι συμφωνίες, εσωτερικά έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δείχνουν ότι 81 εκατ. δολάρια προορίζονται απευθείας σε κυβερνήσεις που έχουν υπογράψει συμφωνίες, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνονται σε διεθνείς οργανισμούς. Τα 178 εκατ. δολάρια προορίζονται για τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ) και τα 123 εκατ. για την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Οι δύο αυτοί οργανισμοί του ΟΗΕ, αρμόδιοι και για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν δεχθεί επικρίσεις για το ζήτημα. Η Ύπατη Αρμοστεία δήλωσε στην Forbidden Stories ότι δεν συμμετέχει στις συμφωνίες και ότι αξιοποιεί τα αμερικανικά κονδύλια σύμφωνα με την εντολή της για «την ενίσχυση των συστημάτων ασύλου».
Εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης σημείωσε ότι ο οργανισμός αντιλαμβάνεται πως η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί την οικονομική της βοήθεια για τις δικές της «προτεραιότητες», αλλά αποδέχεται τα αμερικανικά κονδύλια «για να βελτιώσει τις ζωές των μεταναστών και χωρίς αυτό να ισοδυναμεί με έγκριση των απελάσεων».