Λίγες εβδομάδες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους να καταγράφουν χαμηλά ποσοστά. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις ανησυχίες στο προεδρικό κόμμα, καθώς διακυβεύεται η πλειοψηφία του στο Κογκρέσο και ενδέχεται να αναδιαμορφωθεί ο πολιτικός χάρτης στην Ουάσινγκτον για την επόμενη διετία.
Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί στοχεύουν να αναλάβουν τον έλεγχο είτε της Βουλής των Αντιπροσώπων, είτε της Γερουσίας, είτε και των δύο σωμάτων.
Εάν το επιτύχουν, θα έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν τη νομοθετική ατζέντα του Τραμπ και να κινήσουν κοινοβουλευτικές έρευνες εναντίον του ίδιου και συνεργατών του, στους οποίους αποδίδονται κατηγορίες διαφθοράς.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Χακίμ Τζέφρις, εκτίμησε ότι οι υποψήφιοι του κόμματος «θα ανακτήσουν την πλειοψηφία» και σημείωσε πως «οι Αμερικανοί δεν πιστεύουν αυτά που τους πουλάνε οι Ρεπουμπλικάνοι του κινήματος MAGA».
Μια ενδεχόμενη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές θα αποτελέσει σημαντικό πλήγμα για τις φιλοδοξίες του Τραμπ όσον αφορά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.
Όλες οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αυτό είναι πιθανό: σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου Emerson, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 11 μονάδες σε εθνικό επίπεδο.
Όπως ανέφερε ο Σπένσερ Κίμπαλ, εκτελεστικός διευθυντής του Emerson Polling, τέτοιου είδους γενικές δημοσκοπήσεις «δεν αποτυπώνουν τις ιδιαιτερότητες κάθε εκλογικής αναμέτρησης, αλλά αποτελούν σημαντικό δείκτη για την εκτίμηση της έκτασης ενός ενδεχόμενου κύματος υπέρ των Δημοκρατικών».
Επεσήμανε επίσης ότι «οι ισπανόφωνοι ψηφοφόροι που στράφηκαν στον Τραμπ το 2024, σήμερα προτιμούν σε ποσοστό 64% τους Δημοκρατικούς έναντι 31% τους Ρεπουμπλικάνους».
Χαμηλή δημοτικότητα
Η δημοτικότητα του Τραμπ σημειώνει πτώση, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις.
Όπως εξήγησε ο Τζούλιαν Ζέλιζερ, καθηγητής πολιτικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, «παραδοσιακά το κόμμα της αντιπολίτευσης βρίσκεται σε καλύτερη θέση» πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο «ο πρόεδρος αυτή τη στιγμή είναι αντιμέτωπος με ιστορικά χαμηλά ποσοστά».
Η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της Wall Street Journal καταγράφει τη δημοτικότητα του Τραμπ στο 37%, το χαμηλότερο ποσοστό για πρόεδρο πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, στα 36 χρόνια διεξαγωγής των συγκεκριμένων ερευνών.
Οι Αμερικανοί αποδίδουν κυρίως στον Τραμπ την αποτυχία να μειώσει το κόστος ζωής, παρά το γεγονός ότι υπήρξε βασική προεκλογική του δέσμευση. Επιπλέον, ο πρόεδρος ξεκίνησε μαζί με το Ισραήλ πόλεμο εναντίον του Ιράν, ο οποίος δεν φαίνεται να οδεύει προς το τέλος του.
Παρά τη χαμηλή του δημοτικότητα, ο δισεκατομμυριούχος επιχειρεί να μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για το πρόσωπό του. «Προσποιηθείτε ότι είμαι εγώ υποψήφιος», είχε δηλώσει σε εκδήλωση στο Ντάλας τον Σεπτέμβριο.
Παράλληλα, έχει ξεκινήσει μεγάλη προεκλογική περιοδεία 32 ημερών σε όλη τη χώρα, δηλώνοντας πως «θέλουν να έρθω».
Αποστάσεις
Αυξανόμενος αριθμός υποψηφίων των Ρεπουμπλικάνων επιλέγει να κρατήσει αποστάσεις από τον Τραμπ, ζητώντας τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν και περισσότερα μέτρα για το κόστος διαβίωσης.
«Κύριε πρόεδρε, κάποια από τα μέτρα σας για τον έλεγχο της μετανάστευσης ήταν υπερβολικά», ανέφερε πρόσφατα η Μαρία Ελβίρα Σαλασάρ, βουλευτής Ρεπουμπλικανών στη Φλόριντα, σε προεκλογικό βίντεο.
Σε πολιτείες όπως το Τέξας, η Άιοβα, το Οχάιο και η Αλάσκα, όπου ο Τραμπ επικράτησε στις προεδρικές εκλογές του 2024, οι Δημοκρατικοί ελπίζουν πλέον σε νίκη για μια έδρα στη Γερουσία.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ απέχουν ακόμη από ένα σαρωτικό Δημοκρατικό κύμα.
Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν οικονομικό πλεονέκτημα, που τους επιτρέπει να ενισχύουν την παρουσία τους στα μέσα ενημέρωσης με εντατικές προεκλογικές διαφημίσεις τις τελευταίες εβδομάδες πριν τις εκλογές.
Επιπλέον, η ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών που πραγματοποιήθηκε υπό την ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων έχει περιορίσει τον αριθμό των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων που οι Δημοκρατικοί μπορούν ρεαλιστικά να διεκδικήσουν.
Η μόνη βεβαιότητα μετά τις ενδιάμεσες εκλογές είναι ότι ο Τραμπ θα αρχίσει να βλέπει το τέλος της προεδρικής του καριέρας, καθώς δεν μπορεί να είναι υποψήφιος στις εκλογές του 2028.
Τότε θα ξεκινήσει και η διαδικασία επιλογής του διαδόχου του.