Η εκλογική αναμέτρηση στις Ηνωμένες Πολιτείες προσελκύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την Τουρκία, καθώς το αποτέλεσμά της αναμένεται να διαμορφώσει τους συσχετισμούς δυνάμεων στο Κογκρέσο κατά το δεύτερο μισό της προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Το τουρκικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο κατά πόσο το αποτέλεσμα θα ενισχύσει ή θα περιορίσει την ελευθερία κινήσεων του προέδρου και ποιες συνέπειες θα υπάρξουν για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τις αμυντικές συμφωνίες, τις κυρώσεις και την πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα και η Κύπρος παραμένουν στο επίκεντρο των τουρκικών εκτιμήσεων, καθώς πιθανολογείται ότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τυχόν ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, ειδικά στα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και των τουρκικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Στις τουρκικές αναλύσεις δεν διατυπώνεται ενιαία προτίμηση υπέρ των Ρεπουμπλικάνων ή των Δημοκρατικών, αλλά κυριαρχούν τρεις βασικές ανησυχίες: οι περιορισμοί που μπορεί να αντιμετωπίσει ο Τραμπ στο Κογκρέσο, το μέλλον της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και οι αμερικανικές αποφάσεις για το Ιράν και το Ισραήλ.
Η φιλοκυβερνητική οπτική: Γεωπολιτικές ισορροπίες και ελληνοτουρκικές σχέσεις
Στον φιλοκυβερνητικό Τύπο, οι αμερικανικές εκλογές εκλαμβάνονται ως μια κρίσιμη αναμέτρηση που δύναται να περιορίσει τα διπλωματικά πλεονεκτήματα που αποδίδονται στην 'Αγκυρα, λόγω της προσωπικής σχέσης Ερντογάν-Τραμπ.
Υπάρχει έντονη ανησυχία για πιθανή ενίσχυση των Δημοκρατικών, καθώς θεωρείται ότι θα διευκολύνουν πρωτοβουλίες υπέρ της Ελλάδας και της Κύπρου, υιοθετώντας πιο επικριτική στάση έναντι της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η πολιτική αποστασιοποίησης της Ουάσιγκτον από την ευρωπαϊκή ασφάλεια εκτιμάται ότι ενισχύει το ρόλο της Τουρκίας ως απαραίτητου εταίρου για την Ευρώπη. Ωστόσο, ακόμη και στους φιλοκυβερνητικούς κύκλους, επισημαίνεται ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα δυσκολέψει την προώθηση των τουρκικών εξοπλιστικών αιτημάτων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για θεσμικό διάλογο με το Κογκρέσο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις περιφερειακές ισορροπίες, με την εκτίμηση ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να εντείνει τις αμερικανικές αντιρρήσεις στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Συρία και Ιράκ.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, καταγράφονται διιστάμενες εκτιμήσεις για το αν οι Δημοκρατικοί θα διαφοροποιήσουν ουσιαστικά την αμερικανική στάση, ενώ ανάλογη προσοχή αποδίδεται και στις εξελίξεις με το Ιράν.
Η αντιπολιτευόμενη και θεσμική οπτική: Οι προκλήσεις για την τουρκική διπλωματία
Στον αντιπολιτευόμενο Τύπο και σε θεσμικά προσανατολισμένες αναλύσεις, το ενδιαφέρον εστιάζεται στους κινδύνους μιας ενδεχόμενης ήττας των Ρεπουμπλικάνων και στη δυσκολία της τουρκικής διπλωματίας να διαμορφώσει σταθερές σχέσεις με το Κογκρέσο.
Κριτική ασκείται στην επιλογή της Άγκυρας να βασίζεται στην απευθείας επικοινωνία με τον Αμερικανό πρόεδρο, παρακάμπτοντας τους θεσμικούς περιορισμούς.
Σημαντική πρακτική συνέπεια αφορά τα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα. Σύμφωνα με έκθεση του τουρκικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών, η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να δυσκολέψει την υλοποίηση των δεσμεύσεων του Τραμπ προς την Τουρκία.
Θέματα όπως η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, η άρση των κυρώσεων CAATSA και η προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το μαχητικό KAAN παραμένουν ανοιχτά, καθώς η προσωπική βούληση του προέδρου δεν επαρκεί για την υπέρβαση θεσμικών εμποδίων.
Η αντιπολιτευόμενη αρθρογραφία επισημαίνει επίσης τη δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινωνίας για την οικονομία και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς και τις επιπτώσεις στην πολιτική φθορά του Τραμπ.
Συγκλίσεις και διακυβεύματα
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, κοινός παρονομαστής των τουρκικών αναλύσεων είναι η ανησυχία ότι μια αλλαγή ισορροπιών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του Τραμπ να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς την Άγκυρα.
Η φιλοκυβερνητική ανάλυση εστιάζει στην απώλεια γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων, ενώ οι θεσμικοί αναλυτές τονίζουν την ανάγκη απεξάρτησης της τουρκικής διπλωματίας από προσωπικές σχέσεις ηγετών.
Η Ελλάδα και η Κύπρος αναδεικνύονται ως σημαντικοί παράγοντες και για τις δύο πλευρές: είτε ως πιθανοί ωφελημένοι από μια ισχυρότερη παρουσία των Δημοκρατικών, είτε ως παράδειγμα της αξίας της σταθερής πολιτικής επιρροής στο Κογκρέσο.
Για την Άγκυρα, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στον έλεγχο του Κογκρέσου, αλλά επεκτείνεται στη διατήρηση των διπλωματικών και αμυντικών πλεονεκτημάτων της Τουρκίας σε ένα ενδεχομένως πιο απαιτητικό πολιτικό περιβάλλον στην Ουάσιγκτον.