Φώτο: Shutterstock

Απειλή 350 εκατ. ευρώ από το Brexit στα ελληνικά τρόφιμα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Σε περίπτωση άτακτου Brexit θα επιβληθούν δασμοί 4% - 76% στις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων, συνολικής αξίας 1,2 δισ. ευρώ. Οι εξαγωγείς πασχίζουν να βρουν τρόπο για να μη χάσουν τη «μάχη» για το ράφι.

Με το χρόνο να μετρά αντίστροφα για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση – καθώς η 31η Οκτωβρίου έχει οριστεί ως καταληκτική ημερομηνία εξόδου-  ο εγχώριος κλάδος τροφίμων υλοποιώντας ασκήσεις επί χάρτου προσπαθεί να «μετρήσει» κινδύνους και αντοχές, αλλά κυρίως να σχεδιάσει τρόπους προσαρμογής.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το ενδεχόμενο άτακτου Brexit, ζήτημα για το οποίο η κυβέρνηση δρομολογεί την κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου, σε μια προσπάθεια να ρυθμίσει μια σειρά θεμάτων που θα προκύψουν για εγχώρια οικονομία.  

Σημαντική παράμετρος για τον κλάδο τροφίμων είναι το πεδίο της επιβολής δασμών από τη Βρετανία, που αναμένεται να πλήξει σημαντικά μια μεγάλη μερίδα εγχώριων νωπών και μεταποιημένων προϊόντων. Σύμφωνα με όσα έχουν γνωστοποιηθεί, μια ευρεία προϊοντική γκάμα αναμένεται να υπαχθεί σε δασμούς- σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα υψηλούς.

Ενδεικτικά αναφέρεται η κατηγορία των γαλακτοκομικών -εκτός φέτας. Στο γιαούρτι ο δασμός αναμένεται να διαμορφωθεί  στο 5%, στη γραβιέρα επίσης 5% και 15% στο βούτυρο. Στο κρέας η δασμολογική γκάμα ξεκινά με 4%-6% στο χοιρινό και βαίνει αυξανόμενη: 10-25% στα πουλερικά, 48-76% στα αμνοερίφια. 

Για τη φέτα – που φέρεται να μη πλήττεται από δασμολογικής άποψης-  και για τα λοιπά προϊόντα ονομασίας προέλευσης το ζήτημα επικεντρώνεται στο πως θα αντιμετωπίσει το Λονδίνο το θέμα της «αναγνώρισης» του καθεστώτος ΠΟΠ, τόσο στην μεταβατική περίοδο έως την υπογραφή διμερών συμφωνιών, όσο και στο πλαίσιο αυτών.

Να σημειωθεί ότι η Βρετανία αποτελεί την δεύτερη εξαγωγική αγορά για τη φέτα με μερίδιο στις συνολικές εξαγωγές 17%. Μολονότι δεν υπάρχει δημοσιοποιημένη μέτρηση που να αναφέρει την συνολική αξία των εξαγωγών ΠΟΠ – ΠΓΕ ελληνικών προϊόντων στη Βρετανία, το βέβαιο είναι ότι οι Βρετανοί καταναλωτές εμφανίζονται θετικά διακείμενοι στα ελληνικά είδη διατροφής, με αποτέλεσμα να αποτελεί μια αγορά -στόχο και για τα προϊόντα υπό «προστασία».

Απώλεια 350 εκατ. ευρώ

Οι ελληνικές εξαγωγές προς την Βρετανική αγορά ανέρχονται σε περίπου 1,2 δισ ευρώ. Παράγοντες της αγοράς υπολογίζουν ότι η απώλεια για τα ελληνικά τρόφιμα συνολικά προσεγγίζει τα 350 εκατ. ευρώ. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μόνο η αξία των εξαγωγών στα νωπά και μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα προς τη Βρετανία ανέρχεται σε 150 εκατ. ευρώ, με τα επιτραπέζια σταφύλια και τη σταφίδα να αποτελούν τα ισχυρά χαρτιά στα τοπικά ράφια. Ειδικά για τις δύο αυτές κατηγορίες (σταφύλια και σταφίδα) η Βρετανία είναι η πρώτη εξαγώγιμη αγορά με ποσότητες που ξεπερνούν τους 30 χιλιάδες τόνους ετησίως.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επάρκεια στα αποθέματα στην βρετανική αγορά αλλά και αναζήτηση τρόπου περιορισμού των επισφαλειών που μπορεί να προκύψουν από τις αναταράξεις στην ισοτιμία ευρώ -στερλίνας αποτελούν στη παρούσα φάση ζητήματα προτεραιότητας για την εγχώρια βιομηχανία τροφίμων, ενώ για τα νωπά οπωροκηπευτικά είναι ζήτημα προτεραιότητας να θεσπιστούν απλουστευμένες διαδικασίες για την έκδοση πιστοποιητικών ποιότητος και φυτοϋγείας που θα απαιτούνται για τις εξαγωγές φυτικών προϊόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Συναλλαγματικός κίνδυνος

Σε ό,τι αφορά στον κίνδυνο ισοτιμιών, μια εναλλακτική που δύναται να υπάρχει αφορά στην δυνατότητα διαπραγμάτευσης των ελληνικών επιχειρήσεων σε στερλίνες και στην αξιοποίηση του «natural hedging» δηλαδή στην  «φυσική» αντιστάθμιση κινδύνου. Είναι μια τεχνική κάλυψης απέναντι στις απώλειες κεφαλαίων που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα απρόσμενων κινήσεων της αγοράς, με χαρακτηριστικότερη την προστασία έναντι του συναλλαγματικού (currency risk), του επιτοκιακού (interest rate risk). Βέβαια αυτή η εναλλακτική δεν μπορεί να αξιοποιηθεί εύκολα από  μικρομεσαίους παίχτες της αγοράς.

Σημαντικό θέμα είναι επίσης το εάν θα επιτραπεί στις τελωνειακές αρχές να επισπεύδουν την διαδικασία για τις επιχειρήσεις στο τελωνείο πριν την εξαγωγή τους προς το Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον θα θεωρείται πλέον Τρίτη Χώρα για τα Κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η τήρηση των τελωνειακών διατυπώσεων. Είναι ενδεικτικό ότι στέλεχος εταιρείας που έχει έντονη εξαγωγική δραστηριότητα στην Βρετανία αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «αναζητούμε εκτελωνιστή και αυτή τη στιγμή στη Βρετανία καμία εταιρεία δεν αναλαμβάνει νέους πελάτες». 

Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, «το στοίχημα σε πρώτη φάση είναι να παραμείνουν τα ελληνικά προϊόντα στην επιλογή των Bρετανών καταναλωτών κατά την περίοδο "προσαρμογής" στην μετά Brexit περίοδο».

Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να κινηθούν ακόμα πιο στοχευμένα- κυρίως σε επίπεδο marketing και τιμολογιακής πολιτικής- προκειμένου να κερδίσουν την πιστότητα των Bρετανών καταναλωτών. Διότι ένας ιδιαίτερα σημαντικός αντίπαλος για τα ελληνικά επώνυμα προϊόντα, είναι οι κωδικοί ιδιωτικής ετικέτας, οι οποίοι στο βαθμό που επιβληθούν δασμοί σε εισαγόμενα στην Βρετανία προϊόντα αποκτούν μεγαλύτερο πεδίο ανάπτυξης σε μια αγορά όπου έχουν ήδη υψηλή αποδοχή από τους καταναλωτές. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα Private Label προϊόντα εμφανίζουν μερίδιο 52,5% σε αξία στη βρετανική αγορά οργανωμένης λιανικής (στοιχεία IRI 2018). 

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Arivia
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Με νέα θυγατρική μπαίνει η Arivia στην αγορά του τυριού

Τη νέα θυγατρική Aring με έδρα στην Πυλαία Θεσσαλονίκης ίδρυσε η Arivia, που έχει περάσει από τον περασμένο Οκτώβριο στον έλεγχο του ομίλου Upfield. Στελέχη της Upfield στο διοικητικό συμβούλιο της νέας εταιρείας.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κερδισμένη από το lockdown η Melissa Κίκιζας, αβεβαιότητα για τη συνέχεια

Εκτίναξη πωλήσεων στα ζυμαρικά και τις έτοιμες σάλτσες σημειώθηκε το δίμηνο Μαρτίου - Απριλίου, αλλά η διοίκηση της Melissa Κίκιζας παραμένει επιφυλακτική για τις επερχόμενες αλλαγές στις συνήθειες των καταναλωτών.