Σε εξέλιξη βρίσκεται το διήμερο συνέδριο με θέμα «Η Οικονομία του Πολέμου», που συνδιοργανώνουν η Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ.).
Το συνέδριο αναδεικνύει τις οικονομικές, νομικές και στρατηγικές πτυχές των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων και εξετάζει τις επιπτώσεις τους στις οικονομίες των εμπλεκόμενων χωρών, αλλά και εκείνων που εμπλέκονται έμμεσα.
Στο επίκεντρο των εργασιών βρίσκεται η σύνδεση της οικονομίας με τον πόλεμο, όχι μόνο ως πηγή χρηματοδότησης των συγκρούσεων, αλλά και ως καθοριστικός παράγοντας για την έκβασή τους και τις μεταπολεμικές προκλήσεις.
Ο κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Παναγιώτης Γκλαβίνης, τόνισε ότι η προσέγγιση του συνεδρίου είναι επιστημονική και απαλλαγμένη από ιδεολογικές αγκυλώσεις.
Υπογράμμισε πως η «οικονομία του πολέμου» αποτελεί σήμερα μια από τις πιο κρίσιμες έννοιες για την κατανόηση της διεθνούς ασφάλειας, επισημαίνοντας ότι απαιτείται επιστημονική ανάλυση και όχι αποσπασματική ή μόνο πολιτική προσέγγιση.
Σύμφωνα με τον κ. Γκλαβίνη, το συνέδριο θέτει θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τις οικονομίες των εμπόλεμων κρατών και όσων τα υποστηρίζουν ή προετοιμάζονται για συγκρούσεις.
Τόνισε τη σημασία των διαφοροποιήσεων ως προς τον χαρακτήρα των δαπανών και τις επιπτώσεις τους, ανάλογα με το αν μια χώρα βρίσκεται σε πόλεμο ή προετοιμάζεται γι’ αυτόν.
Ειδική αναφορά έγινε στην ιστορική ελληνική εμπειρία, καθώς η Ελλάδα έχει στο DNA της την οικονομία του πολέμου. Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας με δάνεια που εξοφλήθηκαν σε βάθος χρόνου, ενώ και σήμερα προσαρμόζει τις αμυντικές και δημοσιονομικές επιλογές της ανάλογα με τις εξελίξεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα ζητούσε διαχρονικά την εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τον υπολογισμό του ελλείμματος στην ΕΕ, αίτημα που έγινε αποδεκτό όταν διαπιστώθηκε ότι το διεθνές περιβάλλον δεν είναι τόσο ειρηνικό όσο πιστευόταν.
Αναφερόμενος στον πόλεμο στην Ουκρανία, ο κ. Γκλαβίνης σημείωσε πως αναδεικνύονται νέα ζητήματα σχετικά με τη διεθνή έννομη τάξη και το σύστημα ασφάλειας που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τόνισε ότι η οικονομία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη της σύγκρουσης, αφού οι οικονομικές πιέσεις μπορούν να επηρεάσουν τόσο τη διάρκειά της όσο και την έκβασή της.
Ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, Αθανάσιος Καζάνας, ανέφερε ότι το 7,2% του ΑΕΠ της Ρωσίας κατευθύνεται σε πολεμικές δραστηριότητες, χρηματοδοτούμενες κυρίως από αυξήσεις φόρων.
Η συνολική οικονομική μεγέθυνση της Ρωσίας περιορίζεται κοντά στο 1%, ενώ οι κλάδοι παραγωγής πολεμικού υλικού αναμένεται να παρουσιάσουν ετήσια αύξηση 10% έως το 2028.
Η ανεργία στη Ρωσία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (2,5%), γεγονός που οδηγεί σε ελλείψεις προσωπικού σε άλλους τομείς, ενδεχομένως αποδυναμώνοντας τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομίας.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός παραμένει στο 4%, ενώ το δημόσιο χρέος της χώρας είναι σημαντικά χαμηλότερο από άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Ο υποψήφιος διδάκτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Petro Sherstiuk, ανέλυσε τις ενεργειακές επιπτώσεις του πολέμου στην ουκρανική οικονομία. Πάνω από το 70% των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας έχουν υποστεί μερική ή ολική καταστροφή, ενώ το 75% των ουκρανικών επιχειρήσεων επηρεάζεται από τη μείωση της ενεργειακής επάρκειας.
Παρά τις δυσκολίες, εκτιμάται ότι μετά το τέλος του πολέμου, ο ενεργειακός τομέας της Ουκρανίας μπορεί να παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη μέσω επενδύσεων και αξιοποίησης σύγχρονης τεχνολογίας, συμβάλλοντας στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση.
Ο υποψήφιος διδάκτορας Νομικής του ΑΠΘ, Arsenii Kazantsev, επικεντρώθηκε στις επιπτώσεις των δυτικών κυρώσεων στη ρωσική οικονομία, τονίζοντας ότι πρόκειται για μέτρα πολλών δισεκατομμυρίων που επηρεάζουν τόσο τη Ρωσία όσο και τις δυτικές οικονομίες.
Οι κυρώσεις αποτέλεσαν μεγάλο πλήγμα αρχικά, ωστόσο η ρωσική οικονομία φαίνεται να έχει προσαρμοστεί βραχυπρόθεσμα.
Σε σύντομο ορίζοντα παρατηρείται ακόμη και μικρή αύξηση λόγω εσόδων από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και στρατιωτικές δαπάνες, αν και η μακροπρόθεσμη επίδραση των κυρώσεων παραμένει υπό αξιολόγηση.
Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Δημήτριος Κούρτης, αναφέρθηκε στη δέσμευση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων ύψους 300 δισ. δολαρίων σε δυτικές τράπεζες, γεγονός που δημιουργεί νέα νομικά ερωτήματα.
Η διεθνής πρακτική αντιμετωπίζει τέτοιες ενέργειες ως «αδικοπραξία», όμως η πρόσφατη σύγκρουση εισάγει νέα δεδομένα σχετικά με τη χρήση των κεφαλαίων για αποζημιώσεις ή ανοικοδόμηση της Ουκρανίας.
Η επίκουρη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Κωνσταντίνα Γεωργάκη, επισήμανε ότι οι οικονομικές κυρώσεις λειτουργούν κυρίως ως διπλωματικό εργαλείο πίεσης και συμμόρφωσης της Ρωσίας.
Ο διοικητής του κλιμακίου στρατιωτικών συμβούλων των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Michael Tobias, αναφέρθηκε στη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας-ΗΠΑ στον τομέα της προμήθειας στρατιωτικού υλικού, της τεχνογνωσίας και της εκπαίδευσης, τονίζοντας την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης αυτής της σχέσης.
Με ιστορική αναδρομή από την ανεξαρτησία και την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, ο καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Μιχάλης Ζουμπουλάκης, παρουσίασε τις επιδράσεις των πολέμων στην ελληνική οικονομία και στις τέσσερις πτωχεύσεις του ελληνικού κράτους.