Η Ελλάδα κατέγραψε εντυπωσιακή δημοσιονομική επίδοση το 2025, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, επιτυγχάνοντας πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ – το υψηλότερο που έχει σημειωθεί ποτέ για τη χώρα και το μεγαλύτερο στην ΕΕ για το ίδιο έτος.
Τα αποτελέσματα υπερέβησαν σημαντικά τους επίσημους στόχους, ενισχύοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής.
Περίπου τα δύο τρίτα της υπεραπόδοσης προήλθαν από υψηλότερα του αναμενομένου φορολογικά έσοδα την περίοδο 2022–2025. Οι φορολογικές εισπράξεις αυξήθηκαν σωρευτικά κατά €22 δισ., φθάνοντας το 28,4% του ΑΕΠ και ξεπερνώντας για πρώτη φορά τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά τη μόνιμη εφαρμογή φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους €1,2 δισ.
Η θετική αυτή εξέλιξη αποδίδεται σε συνδυασμό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, βελτιωμένης φορολογικής διοίκησης και συμμόρφωσης, ψηφιοποίησης των συναλλαγών και ευνοϊκών μακροοικονομικών συνθηκών.
Καθοριστικό ρόλο είχε η ραγδαία αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, που από 9,3% του ΑΕΠ το 2016 ανήλθαν σε περίπου 30% το 2025, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Περίπου το 40% της βελτίωσης αποδίδεται σε αυξημένη φορολογική αποτελεσματικότητα.
Ισχυρή άνοδος στα έσοδα από ΦΠΑ και άμεσους φόρους
Τα έσοδα από ΦΠΑ αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό αύξησης των φορολογικών εισπράξεων, σημειώνοντας μέση ετήσια άνοδο 12% την περίοδο 2022–2025 και φθάνοντας σε ιστορικό υψηλό 9,5% του ΑΕΠ το 2025.
Η ανάλυση δείχνει ότι περίπου το ήμισυ της αύξησης οφείλεται στην ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ ο ισχυρός τουρισμός και η μετατόπιση δαπανών προς κατηγορίες με υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ ενίσχυσαν περαιτέρω τα έσοδα.
Παράλληλα, σημαντικά κέρδη συμμόρφωσης και αποδοτικότητας στην είσπραξη του ΦΠΑ προσέφεραν επιπλέον έσοδα ύψους περίπου €1,5 δισ. από το 2022. Το λεγόμενο «κενό ΦΠΑ» μειώθηκε κάτω από το 10%, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της ΕΕ, έναντι 25% το 2018.
Τα έσοδα από άμεσους φόρους αυξήθηκαν κατά 13% ετησίως την περίοδο 2022–2025, αγγίζοντας ιστορικό υψηλό 11% του ΑΕΠ το 2024–2025, με ισόρρομη συμβολή από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (PIT) και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων (CIT).
Ενίσχυση απασχόλησης και εταιρικής κερδοφορίας
Τα έσοδα από PIT ενισχύθηκαν από την αύξηση της απασχόλησης, των πραγματικών μισθών και των μη μισθολογικών εισοδημάτων.
Η αποδοτικότητα είσπραξης βελτιώθηκε σημαντικά, με θετική διαφορά περίπου 6 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ της αύξησης των εσόδων και της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Ωστόσο, τα έσοδα από PIT παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (6,9% έναντι 9,8% του ΑΕΠ), παρά τους παρόμοιους ονομαστικούς συντελεστές.
Αντίστοιχα, τα έσοδα από CIT αυξήθηκαν ταχέως, λόγω υψηλότερης κερδοφορίας, ενίσχυσης της επιχειρηματικής τυπικότητας και βελτιωμένης συμμόρφωσης, με τους ρυθμούς αύξησης να υπερβαίνουν την εξέλιξη της κερδοφόρας βάσης.
Μείωση δαπανών και προοπτικές για νέες ελαφρύνσεις
Οι πρωτογενείς δαπάνες μειώθηκαν αισθητά ως ποσοστό του ΑΕΠ, μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης για την πανδημία και την ενέργεια. Παρά τις αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες υποχώρησαν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Για το επόμενο διάστημα, η ισχυρή δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας αναμένεται να συνεχιστεί, παρά τον αντίκτυπο 0,6% του ΑΕΠ από τη μεταρρύθμιση του PIT που εφαρμόστηκε τον Ιανουάριο του 2026 και τα νέα μέτρα στήριξης λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Η ανάλυση των προσδιοριστικών παραγόντων και των τελευταίων τάσεων δείχνει ότι τα συνολικά φορολογικά έσοδα το 2026 ενδέχεται να υπερβούν τους αναθεωρημένους στόχους του ετήσιου προγράμματος (APR) κατά πάνω από €1 δισ., οδηγώντας σε πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 4% του ΑΕΠ το 2026 και περίπου 3,5% το 2027, έναντι επίσημων στόχων 3,2% και 2,7% αντίστοιχα.
Η σταθερή αυτή δημοσιονομική επίδοση, υπό το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αναμένεται να επιτρέψει αναπροσαρμογή των στόχων δαπανών και να δημιουργήσει πρόσθετο περιθώριο για νέες φοροελαφρύνσεις τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη τους διαρθρωτικούς παράγοντες που στηρίζουν την υπεραπόδοση και τη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο υποχώρησε κατά 51 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2022–2025.