Φωτο: Shutterstock

Οι καταναλωτές θα πληρώσουν τα «καθαρά» ναυτιλιακά καύσιμα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Θα απαιτηθούν έως 4 δισ. δολ. ρευστότητας για τη μετάβαση της ναυτιλίας στα καύσιμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Το αυξημένο κόστος μεταφοράς θα περάσει στις τιμές των προϊόντων.

Μία λίαν επικίνδυνη άσκηση διαχείρισης ρευστότητας και προετοιμασίας, τόσο για τις εταιρείες προμήθειας καυσίμων, όσο και για τους πλοιοκτήτες, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η μετάβαση της ναυτιλίας στην χρήση καυσίμων με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε θείο.

Υπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν έως 4 δισ. δολάρια ρευστότητας, ώστε να αποφευχθούν τυχόν «κραδασμοί» στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ναυτιλιακών καυσίμων, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο του Greek Energy Forum, που πραγματοποιήθηκε εντός της εβδομάδας στο Λονδίνο, στα κεντρικά γραφεία της S&P Global Platts.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η Λίνα Μολφέτα, senior trader ναυτιλιακών καυσίμων στην KPI Bridge Oil, με βάση το σημερινό επίπεδο των τιμών του πετρελαίου, ο κλάδος των καυσίμων ναυτιλίας θα χρειαστεί κεφάλαιο κίνησης από 2 έως και 4 δισ. δολάρια, δεδομένου ότι το κόστος των νέων, φιλικότερων προς το περιβάλλον, καυσίμων, που θα πρέπει να χρησιμοποιούν υποχρεωτικά όλα τα πλοία από τις αρχές του νέου έτους, κοστίζουν περίπου 250 δολάρια ανά μετρικό τόνο, περισσότερο από τα σημερινά καύσιμα, υψηλής περιεκτικότητας σε θείο.

«Αναμένουμε μια αύξηση της τάξεως του 30-40% στο κόστος προμήθειας των καυσίμων, κάτι που μεταφράζεται στο παραπάνω ποσό. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και να εξασφαλίσουμε τις απαιτούμενες πιστώσεις, ώστε να επιτρέψουμε στην ναυτιλία να συνεχίσει να λειτουργεί», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Μολφέτα.

Κατά κανόνα, οι πλοιοκτήτες συνηθίζουν να πληρώνουν για τα καύσιμα που προμηθεύονται με επιταγές 30 ημερών, κάτι που σημαίνει ότι οι προμηθευτές καυσίμων πρέπει να είναι σε θέση να τους παρέχουν τις σχετικές πιστώσεις, τουλάχιστον για τα πρώτα συμβόλαια προμήθειας. Αυτό σημαίνει ότι και οι εταιρείες αυτές θα πρέπει να συνεργαστούν με τις τράπεζες, ώστε να αυξήσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια κίνησης, δεδομένου του υψηλότερου κόστους των καυσίμων που θα χρησιμοποιούνται από το 2020.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Καλλίγερο διευθυντή του τμήματος εμπορευμάτων της Commerzbank, οι αυξημένες ανάγκες για κεφάλαια κίνησης, δεν θα αφορούν μόνο τους πλοιοκτήτες και τους προμηθευτές καυσίμων, αλλά συνολικά όσους χρησιμοποιούν τις σχετικές υπηρεσίες.

Δίνοντας μια άλλη διάσταση, πιο ευρεία και με δεδομένο ότι τα υψηλότερα λειτουργικά κόστη κατά κανόνα μεταφέρονται στον τελικό χρήστη, αναμένεται γενικότερα αύξηση του μεταφορικού κόστους, καθώς οι ναυλωτές θα κληθούν να πληρώσουν περισσότερα χρήματα για τη μεταφορά φορτίων, αυξάνοντας τα τιμολόγια για τους αποστολείς των προϊόντων, δηλαδή τις βιομηχανίες, που με την σειρά τους θα περάσουν την αύξηση στους τελικούς χρήστες, δηλαδή εμάς, τους καταναλωτές και την οικονομία εν γένει.

Υπό την έννοια αυτή, όπως σημείωσε ο κ. Καλλίγερος, το κόστος για την παγκόσμια οικονομία θα είναι πολύ υψηλότερο. Το ευτύχημα είναι ότι καμία τράπεζα δεν πρόκειται να αρνηθεί τις επιπλέον πιστώσεις προς τους προμηθευτές καυσίμων, δεδομένου ότι η ανάγκη αυτή γίνεται για να μειωθεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ναυτιλίας, μέσω της χρήσης «καθαρότερων» καυσίμων, με μόλις 0,5% περιεκτικότητα σε θείο, από 3,5% που είναι σήμερα. 

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ