Στη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως βασική προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, υπογραμμίζοντας ότι η δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής για τον Καταναλωτή θα συμβάλει ουσιαστικά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών της αγοράς και θα επιτρέψει στοχευμένες παρεμβάσεις όπου απαιτείται.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η πιστή εκτέλεση του προϋπολογισμού, με διατήρηση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη μείωση του χρέους, αποτελεί το θεμέλιο για ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον που θα επιτρέψει την εφαρμογή των υπόλοιπων πολιτικών της κυβέρνησης.
Αναφερόμενος στη φορολογική πολιτική, σημείωσε πως οι πολίτες έχουν ήδη δει τα πρώτα αποτελέσματα από τις μειώσεις των φορολογικών συντελεστών. Όπως είπε, «δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι, ειδικά αυτοί οι οποίοι έχουν περισσότερα παιδιά και ειδικότερα οι νέοι, αντιλαμβάνονται ότι οι πολιτικές αυτές έχουν πραγματικό αποτύπωμα στο δικό τους διαθέσιμο εισόδημα».
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία θα αποφασιστεί στο υπουργικό συμβούλιο στα τέλη Μαρτίου, στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής για τη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Στρατηγικός σχεδιασμός και αναπτυξιακοί στόχοι
Κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στον προγραμματισμό των παραγωγικών υπουργείων για το 2026, επισημαίνοντας ότι οι στόχοι έχουν ήδη προσδιοριστεί μέσα από τον προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους.
Έθεσε ως προτεραιότητα τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας, με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ώστε να επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, έκανε λόγο για τη συνέχιση των θετικών εξελίξεων στην αγορά εργασίας, με περαιτέρω μείωση της ανεργίας προς ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στην αγορά εργασίας, επισημαίνοντας την ανάγκη προσαρμογής του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και ενίσχυσης της κατάρτισης και της δια βίου μάθησης, τομείς στους οποίους –όπως είπε– υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.