Σε συζήτηση στο πλαίσιο του συνεδρίου «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπης Παυλόπουλος, ανέδειξε τον ρόλο του Συντάγματος ως θεμελιώδους θεσμικού αντίβαρου στη Δημοκρατία. Όπως τόνισε, «το μεγαλύτερο θεσμικό αντίβαρο σε μια σύγχρονη Δημοκρατία είναι ένα στιβαρό, κανονιστικό Σύνταγμα και η εφαρμογή αυτού του Συντάγματος».
Ο κ. Παυλόπουλος εξέφρασε την αντίθεσή του στην «εργαλειοποίηση» του Συντάγματος για την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, κάνοντας λόγο για «προσχηματικές αναθεωρήσεις». Υπογράμμισε ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νόμων, αλλά η μη εφαρμογή τους, σημειώνοντας πως «κάθε φορά, που στενεύει το κοστούμι του Συντάγματος κανονιστικώς, αναθεωρούμε το Σύνταγμα».
Αναφερόμενος στον σεβασμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τους θεσμούς, υπενθύμισε τη φράση του «ό,τι γίνεται πληθωρικό, καθίσταται στο τέλος ευτελές» και χαρακτήρισε το Σύνταγμα «πυλώνα του πολιτεύματος». Τόνισε ότι η Ελλάδα είναι μια ώριμη Δημοκρατία με Σύνταγμα που έχει αντέξει «πολλές καταιγίδες» και αναζητά «ασφαλές λιμάνι εφαρμογής».
Η ουσία και τα όρια των συνταγματικών αναθεωρήσεων
Ο πρώην Πρόεδρος εξήγησε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 110, το Σύνταγμα θεσπίζεται για να εφαρμόζεται στο ακέραιο και η αναθεώρησή του επιτρέπεται μόνο όταν διατάξεις έχουν ξεπεραστεί ή αποδειχθεί ανεπαρκείς. Παρατήρησε ότι ορισμένες αναθεωρήσεις απέκτησαν «προσχηματικό χαρακτήρα» και απομακρύνθηκαν από το πνεύμα του άρθρου.
Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2019, σημειώνοντας ότι η πρώτη οδήγησε στη μείωση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και στην ενίσχυση ενός πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Η δεύτερη, όπως είπε, κατήργησε την αυξημένη πλειοψηφία για την εκλογή Προέδρου, επιτρέποντας την εκλογή του ακόμη και από περιστασιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο κ. Παυλόπουλος σχολίασε ότι η άρνηση συναίνεσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2009 και το 2014 οδήγησε στην παθογένεια των μονοκομματικών εκλογών Προέδρων της Δημοκρατίας, γεγονός που υπονομεύει το θεσμικό κύρος του αξιώματος.
Οι προτάσεις για νέες αναθεωρήσεις
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι σύγχρονες προτάσεις αναθεώρησης περιλαμβάνουν ρυθμίσεις που δεν είναι απαραίτητες, οδηγώντας σε έναν «συνταγματικό εντυπωσιασμό». Ως παράδειγμα ανέφερε το θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης, επισημαίνοντας ότι δεν απαιτείται συνταγματική τροποποίηση αλλά κανόνες δεοντολογίας, καθώς οι ισχύουσες διατάξεις του Συντάγματος είναι επαρκείς.
Αναφορικά με την προτεινόμενη διάταξη για τη δημοκρατική οργάνωση των πολιτικών κομμάτων, υποστήριξε ότι αρκεί η θέσπιση ενός πιο αποτελεσματικού εκτελεστικού νόμου, ενώ για την κρατική μέριμνα υπέρ της ελληνικής γλώσσας δήλωσε πως πρόκειται για αυτονόητη υποχρέωση του κράτους που δεν απαιτεί συνταγματική κατοχύρωση.
Ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε ότι η χρήση του όρου «μέριμνα» αντί του «υποχρέωση» καθιστά τη διάταξη αδύναμη, καθώς δεν ανταποκρίνεται στη σαφήνεια και πληρότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν ένα «κανονιστικώς στιβαρό» Σύνταγμα.
Η ευθύνη των πολιτών
Κλείνοντας, ο πρώην Πρόεδρος υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα και η εφαρμογή του είναι υπόθεση όλων των πολιτών και όχι μόνο του κράτους. Όπως είπε, «ένας ενεργός πολίτης, ένας Ευρωπαίος πολίτης πρέπει να σέβεται την Αρχή της Νομιμότητας και το ίδιο το Σύνταγμα».
Τόνισε ότι ο πολίτης οφείλει να επιλέγει τους ηγέτες του με γνώμονα την προσήλωσή τους στην εφαρμογή του Συντάγματος και όχι τις προεκλογικές υποσχέσεις τους, επισημαίνοντας τη σημασία της συνειδητής συμμετοχής στη δημοκρατική διαδικασία.