Σε αναλυτική απάντηση προς τον Τομέα Οικονομικών της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης προχώρησε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης, με αφορμή τη διαμάχη για το ύψος των μέτρων που υποσχέθηκε ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
Ο Θ. Κοντογεώργης υπογράμμισε πως «ο κ. Τσίπρας, ο Πρωθυπουργός που οδήγησε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, επιχειρεί με ανακοίνωση του κόμματός του να παραδώσει μαθήματα αριθμητικής χρησιμοποιώντας ειρωνείες αντί για στοιχεία». Όπως σημειώνει, η πραγματικότητα αποδεικνύει πόσο επισφαλές είναι το οικονομικό μέλλον που σχεδιάζουν.
Τα 6 δισ. ευρώ της «υπεραπόδοσης»
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, «κανείς δεν είπε ότι θα τα μοιράσει», ισχυρίζεται σήμερα η ΕΛΑΣ, όμως ο ίδιος ο κ. Τσίπρας είχε δηλώσει ότι «υπεραποδίδει γύρω στα 6 δισ. η οικονομία χωρίς να φορολογηθούν ούτε μεσαία, ούτε χαμηλά, ακόμη και ούτε τα υψηλά εισοδήματα». Ο Θ. Κοντογεώργης θέτει το ερώτημα γιατί ο κ. Τσίπρας επικαλείται αυτά τα ποσά ως πηγή παροχών, όταν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη διανομή του συνόλου του πλεονάσματος.
Όπως επισημαίνει, το πρωτογενές πλεόνασμα μειώνεται φέτος σε 3,2% από 4,9% πέρυσι, με μείωση 3,6 δισ. ευρώ, τηρώντας τα όρια των δαπανών. Παρέκκλιση από τους κανόνες θα οδηγούσε σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, με αυξήσεις φόρων και νέα εποπτεία. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην πρωθυπουργός υπόσχεται αναδιανομή του πλεονάσματος, όπως αναφέρει ο υφυπουργός.
Ο αναβαλλόμενος φόρος και οι τράπεζες
Αναφερόμενος στα 8 δισ. ευρώ του αναβαλλόμενου φόρου, ο Θ. Κοντογεώργης σημειώνει ότι η πρόταση του κ. Τσίπρα για επίσπευση του συμψηφισμού το 2028 θα ανάγκαζε τις τράπεζες, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, να διαγράψουν άμεσα περίπου 8 δισ. ευρώ, προκαλώντας κεφαλαιακά ελλείμματα και κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το κόστος, εξηγεί, θα επιβάρυνε είτε τους ιδιώτες επενδυτές είτε τους φορολογούμενους μέσω νέων ανακεφαλαιοποιήσεων.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι «η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα», επισημαίνοντας πως η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα ανακτήθηκε με προσπάθειες κυβερνήσεων, εποπτικών αρχών και τραπεζών.
Μισθολογικές αυξήσεις και ενεργειακό κόστος
Για τις εξαγγελίες περί «2 δισ. ευρώ μισθολογικών αυξήσεων», ο Θ. Κοντογεώργης σημειώνει ότι αφορούν περίπου 250.000 εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές. Με 500 ευρώ καθαρή μηνιαία αύξηση, το ετήσιο κόστος υπολογίζεται σε 1,5 δισ. ευρώ συν εργοδοτικές εισφορές. Προκαλεί δε τον Τομέα Οικονομικών της ΕΛΑΣ να δημοσιεύσει διαφορετική κοστολόγηση, αν υπάρχει.
Αναφορικά με τη «μείωση 30% στα τιμολόγια ρεύματος με μηδενικό δημοσιονομικό κόστος», ο υφυπουργός σχολιάζει ότι μια τέτοια εξαγγελία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς «στην οικονομία τζάμπα δεν υπάρχει». Το κόστος, όπως υπογραμμίζει, θα επιβαρύνει είτε τον κρατικό προϋπολογισμό είτε άλλους φορείς της αγοράς.
Συμπέρασμα και κυβερνητική θέση
Ο Θ. Κοντογεώργης καταλήγει ότι οι εξαγγελίες του πρώην πρωθυπουργού αντιστοιχούν σε παρεμβάσεις άνω των 15 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τα όρια δαπανών της Ε.Ε. «Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά στο παρελθόν τις υποσχέσεις μηδενικού κόστους», τονίζει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογραμμίζει πως «η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει μειώσει 83 φόρους και εισφορές» και έχει δημιουργήσει σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας, με την ανεργία να διαμορφώνεται στο 8,1%, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 17 ετών. Επίσης, αναφέρει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους χαρακτηρίζεται «λογιστική» από την αντιπολίτευση, ενώ αναγνωρίζεται διεθνώς ως ιστορικά ταχεία.
Κλείνοντας, ο υφυπουργός σημειώνει ότι «όποιος κυβέρνησε τη χώρα επί 4,5 χρόνια, έκλεισε τις τράπεζες και τη φόρτωσε με ένα αχρείαστο μνημόνιο, οφείλει, όταν επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο για την οικονομία, τουλάχιστον ακρίβεια και σοβαρότητα». Η κυβέρνηση, καταλήγει, «θα συνεχίσει να απαντά με στοιχεία και αποτελέσματα — όχι με υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα».