Κατά τη συζήτηση της πρότασης του κυβερνώντος κόμματος για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, ο βουλευτής της ΝΔ, Χ. Αθανασίου, αναφέρθηκε στις προανακριτικές επιτροπές, σημειώνοντας ότι η τελευταία εμπειρία δεν υπήρξε θετική για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Ο ίδιος μίλησε ειδικότερα για την ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή που διενεργεί προκαταρκτική εξέταση.
Ο κ. Αθανασίου πρότεινε τη δημιουργία ενός τριμελούς Προανακριτικού Συμβουλίου, αποτελούμενου από έναν πρόεδρο Εφετών και δύο εισαγγελείς Εφετών, οι οποίοι θα κληρώνονται από την ολομέλεια του Εφετείου. Το συμβούλιο αυτό θα διενεργεί προκαταρκτική εξέταση επί των στοιχείων της κατηγορίας, ενώ το πόρισμά του θα αξιολογείται στη συνέχεια από ειδικό δικαστικό όργανο, το οποίο θα υποβάλει στη Βουλή την πρόταση άσκησης δίωξης.
«Η Βουλή πρέπει να έχει τον τελικό λόγο» για τη δίωξη, υπογράμμισε ο κ. Αθανασίου, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να σταθμίζεται η αναγκαιότητα κάθε ενέργειας ή παράλειψης υπουργού.
Αναφορικά με τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο βουλευτής της ΝΔ εκτίμησε ότι οι δύο πενταετίες αποτελούν το καλύτερο σύστημα σε σύγκριση με τη μία εξαετία, καθώς, όπως είπε, «έχει μόνο πλεονεκτήματα».
Αντιπαράθεση για το άρθρο 16 και τα μη κρατικά πανεπιστήμια
Στο άρθρο 16 του Συντάγματος, που αφορά την Ανώτατη Εκπαίδευση, αναφέρθηκε η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Ν. Γιαννακοπούλου. Τόνισε ότι το κόμμα της είναι το μόνο της αντιπολίτευσης που τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ωστόσο διαφωνεί με την πρόταση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η κ. Γιαννακοπούλου υποστήριξε ότι η πρόταση της ΝΔ «αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο λειτουργίας κερδοσκοπικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, χωρίς καταχώρηση της κοινωνικής αποστολής τους, χωρίς πιστοποίηση και αδιάλειπτη εποπτεία από ανεξάρτητη αρχή, χωρίς καμία εγγύηση προσβασιμότητας». Αντιθέτως, όπως είπε, το ΠΑΣΟΚ προτείνει «ρητή συνταγματική κατοχύρωση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα» αυτών των ιδρυμάτων.
Τέλος, η βουλευτής τάχθηκε υπέρ της ανάγκης «να αναγνωριστεί και συνταγματικά η έννοια της γυναικοκτονίας», επισημαίνοντας τη σημασία της θεσμικής προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών.