Το 1941, την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στην Αθήνα, οι συνθήκες ήταν ασφυκτικές για τους πολίτες και τη φοιτητική κοινότητα. Η πόλη βίωνε σκληρούς περιορισμούς, ενώ πολλά σχολεία και δημόσια κτήρια είχαν επιταχθεί από τις γερμανικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα μόνο τα πανεπιστήμια να λειτουργούν υπό σοβαρές δυσκολίες. Οι φοιτητές της Νομικής Σχολής, στη Σόλωνος, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια συγκινητική πρωτοβουλία του καθηγητή τους, Κωνσταντίνου Τσάτσου, λίγες μέρες πριν από την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με σχετική αναφορά, ο Τσάτσος ανάρτησε σημείωμα στον πίνακα ανακοινώσεων, ενημερώνοντας ότι δεν θα πραγματοποιήσει το μάθημα Φιλοσοφίας Δικαίου την ημέρα της επετείου. Η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε από τους φοιτητές ως άτυπη πρόσκληση για να τιμήσουν όλοι μαζί τη μνήμη της 28ης Οκτωβρίου. Παρά τις εντολές του πρύτανη να διεξαχθεί κανονικά το μάθημα, ο καθηγητής αποφάσισε να ακολουθήσει τη δική του στάση.
Στο κεντρικό αμφιθέατρο, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εκφώνησε έναν παθιασμένο λόγο ενώπιον των φοιτητών, τονίζοντας τη σημασία της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ομιλία του χαρακτηρίστηκε από έντονο παλμό και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη νέα γενιά, η οποία βίωνε τις πρώτες στιγμές φοιτητικής αντίστασης ενάντια στην Κατοχή.
Η πράξη του καθηγητή, ωστόσο, δεν πέρασε απαρατήρητη από τις κατοχικές αρχές. Την επόμενη ημέρα, με διάταγμα της κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αποπέμφθηκε από το Πανεπιστήμιο, χάνοντας μισθό και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Παράλληλα, η ομιλία του θεωρήθηκε καταλυτική για τη μαζική κινητοποίηση φοιτητών και εργαζομένων στην Αθήνα, σηματοδοτώντας την έναρξη των εθνικοαπελευθερωτικών διαδηλώσεων.
Μετά την απελευθέρωση, ο Τσάτσος επανήλθε ως τακτικός καθηγητής Δικαίου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός νέου πνευματικού κλίματος στη μεταπολεμική Ελλάδα. Το 1944, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου καθιέρωσε την 28η Οκτωβρίου ως εθνική εορτή, επισημαίνοντας τη σημασία της ιστορικής ομιλίας του Κωνσταντίνου Τσάτσου ως αφετηρία αυτής της καθιέρωσης.