Φώτο: Shutterstock

Ελλάδα - Τουρκία: «Δίκαιο», διάλογος, πόλεμος και η σκληρή πραγματικότητα

Το 1980 το ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν 56,8 δισ. δολάρια έναντι 68,79 δισ. δολαρίων της Τουρκίας, αντιστοιχούσε στο 83% της γειτονικής χώρας. Σήμερα το ελληνικό ΑΕΠ φτάνει τα 218 δισ. δολάρια έναντι 771 δισ. της Τουρκίας και αντιστοιχεί στο 28%.

Λίγα χρόνια μετά τον σχηματισμό των σημερινών, λίγο πολύ, συνόρων Ελλάδας – Τουρκίας, το 1928, δηλαδή  μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών, ο πληθυσμός της Ελλάδας έφτανε τους 6.200.000 κατοίκους και της Τουρκίας τους 13.600.000.

Μια γενιά μετά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο πληθυσμός της Ελλάδας είχε ανέλθει στα 8,4 εκατ. κατοίκους και της Τουρκίας στα 31 εκατ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η διαφορά είχε διευρυνθεί ακόμα περισσότερο: 10,2 εκατ. κάτοικοι στην Ελλάδα, 62 εκατ. στην Τουρκία!

Σήμερα (2019) ο πληθυσμός της Ελλάδας αριθμεί 10,72 εκατ. και της Τουρκίας τα 82 εκατομμύρια κατοίκους – ακριβώς όσο είναι ο πληθυσμός της Γερμανίας.

Η πληθυσμιακή αναλογία των δυο χωρών από 1 προς 2 το 1928 έχει διαμορφωθεί στο 1 προς 7 και οι προβολές για την εξέλιξη του πληθυσμού των δυο κρατών το 2050 προβλέπουν 9 εκατομμύρια κατοίκους για την Ελλάδα έναντι 97 εκατομμυρίων για την Τουρκία.

Ανάλογη είναι η εικόνα που σχηματίζεται από τις οικονομίες των δυο χωρών. Το 1980 το ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν 56,8 δισ. δολάρια έναντι 68,79 δισ. δολαρίων της Τουρκίας, αντιστοιχούσε δηλαδή στο 83% του εθνικού προϊόντος της γειτονικής χώρας. Περίπου 20 χρόνια μετά, το 2000, το ΑΕΠ της Ελλάδας είχε ανέλθει στα 130 δισ. δολάρια και της Τουρκίας στα 273 δισ. δολάρια ενώ σήμερα το ελληνικό ΑΕΠ φτάνει τα 218 δισ. δολάρια και της Τουρκίας τα 771 δισ. δολάρια -το εγχώριο ΑΕΠ αντιστοιχεί μόλις στο 28% του ΑΕΠ της Τουρκίας.

Η δυναμική της τουρκικής οικονομίας, παρά τα σοβαρά πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα αποτυπώνεται ανάγλυφα στις εξαγωγές, το πιο παραγωγικό και ανταγωνιστικό κομμάτι: οι ελληνικές εξαγωγές ανέρχονται σε 33,8 δισ. δολάρια έναντι τουρκικών εξαγωγών 180,2 δισ. δολαρίων, δηλαδή αντιστοιχούν στο 18,75% των τουρκικών!

Ανάλογα χαοτική είναι η απόσταση στις αμυντικές δαπάνες. To 2018 οι αμυντικές δαπάνες της Τουρκίας ανήλθαν στα 22 δισ. δολάρια, έναντι 17,8 δισ. το 2017 και 16,6 δισ. το 2016. Οι αντίστοιχες δαπάνες της Ελλάδας ήταν 4,9 δισ. δολάρια το 2018, 5 δισ. το 2017 και επίσης 5 δισ. το 2016. Με λίγα λόγια οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας αθροιστικά την τελευταία 3ετία ήταν αισθητά χαμηλότερες των αντίστοιχων δαπανών της Τουρκίας κατά τη διάρκεια ενός έτους. Περιττό να σημειώσουμε ότι η βιομηχανική υπεροχή και οι οικονομίες κλίμακας έχουν επιτρέψει στην Τουρκία να αναπτύξει μια πολύ ισχυρή αμυντική βιομηχανία.

Τα παραπάνω συνθέτουν μια δύσκολη κατάσταση για την χώρα μας, μια κατάσταση που αποφεύγουμε να αντικρίζουμε συζητώντας συναισθηματικά και ενεργόντας σπασμοδικά χωρίς καμία σοβαρή στρατηγική για την ανατροπή της τρέχουσας δυναμικής.

Πολύ περισσότερο που τις δύο χώρες πέραν της ιστορικής αντιπαλότητας εξακολουθούν να τις χωρίζουν σοβαρές διαφωνίες με την Τουρκία να αμφισβητεί, δυναμικά, κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, δικαιώματα που η χώρα μας τα θεωρεί αδιαπραγμάτευτα.

Η ειρηνική διαπραγμάτευση

Αν και η ειρηνική επίλυση των διαφορών, μέσω διπλωματίας, διαπραγματεύσεων και του διεθνούς δικαίου, αποτελούν την βασική ελληνική θέση, ωστόσο, μια συμφωνία μεταξύ των δυο χωρών είναι μάλλον αδύνατη.

Ο λόγος είναι ότι κάθε συμφωνία συνεπάγεται έναν συμβιβασμό, με κέρδη και απώλειες για τις δύο πλευρές. Ωστόσο η πρακτική του συμβιβασμού είναι ξένη στην ελληνική κοινωνία, που ειδικά στο θέμα της Τουρκίας, έχει γαλουχηθεί εδώ και δεκαετίες με την πεποίθηση ότι η Ελλάδα έχει 100% δίκιο και η Τουρκία 100% άδικο: κάθε συμβιβαστική λύση στο Αιγαίο θα γίνει δεκτή ως ήττα ή ακόμα περισσότερο ως προδοσία.

Μια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας ανάλογη της συμφωνίας που παρουσίασε πρόσφατα η κυβέρνηση μεταξύ Ελλάδας – Αιγύπτου θα είχε πυροδοτήσει σφοδρότατες αντιδράσεις και πολιτικές εξελίξεις. Πολύ περισσότερο αν πρόκειται για συμφωνία που περιέχει ακόμα περισσότερες ελληνικές παραχωρήσεις.

Δεδομένης της γεωπολιτικής δυναμικής και της αυτοπεποίθησης που της προσδίδει η διαφορά δύναμης και μεγέθους, η Τουρκία πιθανότατα θα επιμείνει σε θέσεις που δύσκολα θα αποδεχθεί ελληνική κυβέρνηση, πολύ περισσότερο η ελληνική κοινωνία.

Ένοπλη σύγκρουση

Ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής, ωστόσο, παρά την σταθερή υπερεπένδυση της χώρας μας στην άμυνα τα δεδομένα δεν δημιουργούν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Με την απόσταση μεταξύ των δυο χωρών να διευρύνεται σταθερά η ορθολογική επιλογή είναι, αν είναι αδύνατο να φτάσουμε σε ειρηνική συμφωνια, η πολεμική σύγκρουση να γίνει… χθες. Χρόνο με το χρόνο το ειδικό βάρος της Ελλάδας υποχωρεί και αυτό της Τουρκίας ενισχύεται. Πιο λιανά ο χρόνος δουλεύει εναντίον μας και υπέρ της Τουρκίας.  

Ασφαλώς, μια πολεμική σύγκρουση είναι εξαιρετικά απρόβλεπτη και ατίθαση ενώ στην ιστορία πολλές φορές μικρότερες πληθυσμιακά χώρες πέτυχαν συντριπτικές νίκες εναντίον πολύ μεγαλύτερου μεγέθους εχθρικών χωρών. Στον Πόλεμο των Εξι Ημερών το μικρό Ισραήλ κατάφερε να κατανικήσει την Αίγυπτο, την Ιορδανία και την Συρία οι οποίες μάλιστα είχαν την υποστήριξη -με έμψυχο δυναμικό και οπλισμό- του Ιράκ, της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ και της Αλγερίας. Ωστόσο το Ισραήλ είχε πλήρη επίγνωση του αγώνα επιβίωσης που έδινε ενάντια ισχυρότερων κρατών και προετοιμαζόταν χρόνια δημιουργώντας μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή, με την επίμονη εκπαίδευση του συνόλου του πληθυσμού του, ανεξαρτήτως φύλου, ενώ παράλληλα προχώρησε σε εξοπλισμούς σε όπλα τελευταίας τεχνολογίας. Παράλληλα διατηρούσε στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ. Όμως τα παραπάνω δεν ήταν αυτά που οδήγησαν στην νίκη: το Ισραήλ προχώρησε σε αιφνιδιαστικά συντριπτικά πλήγματα, χωρίς κήρυξη πολέμου, εξαρθρώνοντας τις αντίπαλες ένοπλες δυνάμεις της Αραβικής συμμαχίας. 

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ ισχυρό ναυτικό, ισχυρή αεροπορία αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι χερσαίες δυνάμεις έχουν την εμπειρία και το μέγεθος να αντιμετωπίσουν την Τουρκική υπεροπλία. Μόνο με ένα αιφνιδιαστικό συντριπτικό πλήγμα, ανάλογο του χτυπήματος που πέτυχε το Ισραήλ στην Αραβική Συμμαχία, η Ελλάδα θα μεγιστοποιούσε τις πιθανότητες νίκης κατά της Τουρκίας και της επιβολής των θέσεών της σε μια διαπραγμάτευση που θα ακολουθούσε.

Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να παίξει εκτός «κανόνων» και να είναι αυτή που θα προκαλέσει τη σύγκρουση εκμεταλλευόμενη ένα παράθυρο ευκαιρίας όπως αυτό που άνοιξε την νύχτα του πραξικοπήματος στην Τουρκία και αργότερα με τις εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων από το καθεστώς Ερντογάν, από στοιχεία που θεωρούσε υπεύθυνα ή ύποπτα για το πραξικόπημα.

Όμως μια κίνηση εκτός κανόνων είναι αμφίβολο ότι μπορεί να πραγματοποιήσει η χώρα μας υπό οποιαδήποτε ηγεσία.

Με οδηγό το «δίκαιο»

Η Ελλάδα δεν θα γίνει ποτέ Ισραήλ στρατιωτικά, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος της ετήσιας υπερεπένδυσης στην άμυνα δεν αφορά εξοπλισμούς αλλά την διατήρηση στρατοπέδων στην Πελοπόννησο, την Αττική και την Λάρισα και την μισθοδοσία ενός ανθρώπινου δυναμικού, μεγάλο μέρος του οποίου είναι αμφίβολο αν είναι μάχιμο υπό το πρίσμα των σύγχρονων αναγκών του πολέμου.

Η βασική στρατηγική επιλογή της χώρας μας η διατήρηση μιας ισορροπίας δυνάμεων και μιας αξιόμαχης αποτρεπτικής δύναμης χρόνο με το χρόνο φθίνει. Και φθίνει κυρίως λόγω της οικονομικής αποδυνάμωσης της χώρας απόρροια της ψευδαίσθησης που εξακολουθεί να κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού: ότι η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει ένα κρατικοδίαιτο πελατειακό μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ζωής που παραπέμπει στη δεκαετία του 1980.

Εντελώς αποκομμένη από τις σύγχρονες τάσεις και την ψηφιακή επανάσταση η δημόσια διοίκηση συνεχίζει έναν ιδιότυπο ανταρτοπόλεμο κατά της αλλαγής και της εξέλιξης με την πλήρη υποστήριξη ενός πολιτικού προσωπικού που αδυνατεί να δει πέραν του σήμερα και της εκλογικής επικράτησης με κάθε μέσο. Μια χώρα που χρόνο με το χρόνο συρρικνώνεται οικονομικά και πληθυσμιακά και το μόνο που κάνει είναι να φωνάζει για τα δίκαιά της. 

Ωστόσο όπως έγραψε το 1988 ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Τα “δίκαια” της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και “προγράμματα στήριξης”. Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας, όχι σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής».

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πανδημία και η ανήμπορη ελληνική γραφειοκρατία

«Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι και εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσης των οικονομικών της χώρας θα καταστή δυνατή, εφόσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής». K. Βαρβαρέσος, 1952.
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πανδημία, ο ρόλος του κράτους και η κατάρρευση των μύθων της Αριστεράς

Η διαχείριση της πανδημίας υπενθύμισε ότι το κράτος έχει τεράστιες εξουσίες για να αντιμετωπίσει κρίσεις. Όμως, η αποτελεσματική αξιοποίηση των συντελεστών παραγωγής μπορεί να γίνει μόνο από τον ιδιωτικό τομέα.