Οι συμφωνίες απέλασης μεταναστών σε τρίτες χώρες, που έχει συνάψει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, κοστίζουν εκατομμύρια στους Αμερικανούς φορολογουμένους –μερικές φορές έως και 1 εκατομμύριο δολάρια ανά άτομο– χωρίς να αποφέρουν ουσιαστικά οφέλη, σύμφωνα με μελέτη Δημοκρατικών γερουσιαστών που δόθηκε στη δημοσιότητα. Ο Τραμπ επιδιώκει την απέλαση εκατομμυρίων παράτυπων μεταναστών, με την κυβέρνησή του να προωθεί απελάσεις σε τρίτες χώρες αντί για τη χώρα καταγωγής τους.
Η έκθεση, που υπογράφουν μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, αναφέρει ότι το συνολικό κόστος των απελάσεων παραμένει άγνωστο, ωστόσο τουλάχιστον 32 εκατομμύρια δολάρια έχουν δοθεί σε πέντε χώρες: Ισημερινή Γουινέα, Ρουάντα, Ελ Σαλβαδόρ, Εσουατίνι και Παλάου.
Μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, οι πέντε αυτές χώρες είχαν δεχτεί περίπου 300 πολίτες άλλων κρατών. Από αυτούς, 250 ήταν Βενεζουελάνοι που μεταφέρθηκαν από τις ΗΠΑ στο Ελ Σαλβαδόρ, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν ήδη επιστρέψει ή πρόκειται να επιστρέψουν σύντομα στην πατρίδα τους.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, ένας Τζαμαϊκανός στάλθηκε στην Εσουατίνι με κόστος 181.000 δολάρια, παρότι αμερικανικό δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, μεταφέρθηκε αεροπορικώς από την Εσουατίνι στην Τζαμάικα, σε ταξίδι 7.000 μιλίων, και πάλι με έξοδα των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση της Τζαμάικας ανέφερε ότι ουδέποτε αρνήθηκε να τον δεχτεί πίσω.
Ο Λευκός Οίκος δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε αίτημα για σχόλιο, αν και έχει υπογραμμίσει στο παρελθόν πως το πρόγραμμα μαζικών απελάσεων αποτελεί κεντρική προεκλογική δέσμευση του Τραμπ, επισημαίνοντας ότι «απελευθερώνει πόρους και αποκαθιστά την ασφάλεια».
Η έκθεση των Δημοκρατικών γερουσιαστών
Η έκθεση, έκτασης 30 σελίδων, παρουσιάστηκε από τη γερουσιαστή Τζιν Σαχίν, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, και συνυπογράφεται από τους Κρις Κουνς, Κρις Μέρφι, Τιμ Κέιν, Κρις Βαν Χόλεν, Κόρι Μπούκερ, Τάμι Ντάκγουορθ και Τζάκι Ρόζεν.
Η Σαχίν δήλωσε ότι «η έκθεση περιγράφει την προβληματική πρακτική της κυβέρνησης Τραμπ για την απέλαση προσώπων σε τρίτες χώρες –μέρη με τα οποία αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση– με μεγάλη οικονομική επιβάρυνση για τους Αμερικανούς φορολογουμένους και εγείρει σοβαρά ερωτήματα». Οι επικριτές της πολιτικής αυτής θεωρούν ότι στόχος είναι να ενισχυθεί ο φόβος στους μετανάστες, προκειμένου να «αυτοαπελαθούν» ή να αποθαρρυνθούν από το να επιχειρήσουν να εισέλθουν στις ΗΠΑ.
Έλλειψη διαφάνειας και έλεγχου στη χρήση των κονδυλίων
Η κυβέρνηση δεν έχει δώσει λεπτομέρειες για τις συμφωνίες με τις τρίτες χώρες που δέχτηκαν μετανάστες οι οποίοι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, υπήρξαν περιπτώσεις απελάσεων ανθρώπων σε χώρες όπου κινδύνευαν με πολιτικές διώξεις, όπως μιας γυναίκας από τη Σιέρα Λεόνε που μεταφέρθηκε δια της βίας στην πατρίδα της, παρά την αντίθετη απόφαση Αμερικανού δικαστή.
Η έκθεση των Δημοκρατικών επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρακολουθεί τη χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων, ακόμη και όταν πρόκειται για κυβερνήσεις με ιστορικό διαφθοράς ή παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η μελέτη καλύπτει τις συμφωνίες και τις απελάσεις έως τις 31 Ιανουαρίου, αλλά σημειώνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να συνεχίσει την τακτική αυτή.
Τέλος, τα μέλη της μειοψηφίας της Επιτροπής αναφέρουν ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιδιώκει τη σύναψη παρόμοιων συμφωνιών με 70 έως 80 χώρες, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης.