Μια νέα αμερικανική μελέτη φέρνει στο προσκήνιο έναν λιγότερο γνωστό αλλά σημαντικό παράγοντα υγείας: την οικογενειακή κατάσταση.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι δεν έχουν παντρευτεί ποτέ εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά καρκίνου, αναδεικνύοντας τον ρόλο που παίζουν οι κοινωνικές συνθήκες, η στήριξη και η πρόσβαση στην πρόληψη στην εμφάνιση της νόσου.
Στη δημόσια συζήτηση για τον καρκίνο, η οικογενειακή κατάσταση σπάνια εξετάζεται ως πιθανός παράγοντας κινδύνου. Συνήθως η προσοχή στρέφεται στο κάπνισμα, τη διατροφή, την άσκηση, την κληρονομικότητα ή την πρόσβαση στις ιατρικές εξετάσεις.
Ωστόσο, μια εκτεταμένη πληθυσμιακή έρευνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cancer Research Communication, δείχνει ότι το αν κάποιος έχει παντρευτεί ή όχι μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου.
«Το εύρημα δεν σημαίνει ότι ο γάμος "προστατεύει" μαγικά από τον καρκίνο. Σημαίνει όμως ότι η οικογενειακή κατάσταση μπορεί να λειτουργεί ως ένας ισχυρός κοινωνικός δείκτης, πίσω από τον οποίο κρύβονται συνήθειες, δίκτυα στήριξης, οικονομικές συνθήκες και πρόσβαση στην πρόληψη», αναφέρουν η Καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ).
Η μελέτη και τα βασικά ευρήματα
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα από 12 αμερικανικές πολιτείες για την περίοδο 2015-2022, εστιάζοντας σε ενήλικες άνω των 30 ετών.
Οι ερευνητές συνέκριναν τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου ανάμεσα σε άτομα που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ και σε όσους είχαν παντρευτεί κάποια στιγμή, ακόμη κι αν στη συνέχεια είχαν χωρίσει ή χηρέψει.
Συνολικά αναλύθηκαν περισσότερα από 4,2 εκατομμύρια περιστατικά καρκίνου και πάνω από 500 εκατομμύρια ανθρωποέτη παρακολούθησης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ εμφάνιζαν υψηλότερη συχνότητα καρκίνου σχεδόν σε όλες τις μεγάλες κατηγορίες της νόσου.
Στους άνδρες, η επίπτωση ήταν κατά 68% υψηλότερη σε σχέση με όσους είχαν παντρευτεί, ενώ στις γυναίκες κατά 85% υψηλότερη. Η τάση αυτή καταγράφηκε σε διαφορετικές φυλετικές και εθνοτικές ομάδες, σε πολλά είδη καρκίνου και σε διάφορες ηλικίες, με τις διαφορές να αυξάνονται όσο μεγαλύτερη ήταν η ηλικία.
Στους άνδρες, η μεγαλύτερη διαφορά παρατηρήθηκε στον καρκίνο του πρωκτού, ενώ στις γυναίκες στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.
Μεγάλες αποκλίσεις εντοπίστηκαν επίσης σε καρκίνους που συνδέονται με λοιμώξεις, το κάπνισμα ή την κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και σε ορισμένους γυναικολογικούς καρκίνους. Αντίθετα, οι διαφορές ήταν πιο περιορισμένες σε καρκίνους όπως του θυρεοειδούς, του προστάτη και του μαστού.
Ο κοινωνικός ρόλος του γάμου
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο γάμος δεν προκαλεί χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου, αλλά συνοψίζει ένα σύνολο πλεονεκτημάτων και εμπειριών ζωής.
Ένας παντρεμένος άνθρωπος είναι πιθανό να έχει πιο σταθερή καθημερινότητα, καλύτερη ψυχολογική στήριξη, μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια και πιο συχνή επαφή με υπηρεσίες υγείας. Ο σύντροφος μπορεί να ενθαρρύνει τις προληπτικές εξετάσεις ή να συμβάλει στην έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας.
Η μελέτη ανέδειξε και κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Οι μαύροι άνδρες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ είχαν τα υψηλότερα συνολικά ποσοστά καρκίνου, ενώ μεταξύ όσων είχαν παντρευτεί, οι μαύροι άνδρες εμφάνιζαν χαμηλότερα ποσοστά από τους λευκούς.
Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει ότι η οικογενειακή κατάσταση συνδέεται στενά με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανισότητα στην πρόσβαση σε σταθερές σχέσεις και πόρους.
Διαφορές ανά φύλο και κοινωνικό πλαίσιο
Στις γυναίκες, η συσχέτιση μεταξύ μη ύπαρξης γάμου και αυξημένου κινδύνου καρκίνου ήταν εξίσου έντονη και πιο σταθερή ανάμεσα στις διαφορετικές φυλετικές και εθνοτικές ομάδες.
Η διαπίστωση αυτή αμφισβητεί την άποψη ότι ο γάμος προσφέρει υγειονομικά οφέλη κυρίως στους άνδρες. Η απουσία γάμου φαίνεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μέσω παραγόντων όπως οι αναπαραγωγικές επιλογές, η καθυστέρηση τεκνοποίησης και η μειωμένη προληπτική φροντίδα.
Ωστόσο, οι επιστήμονες του ΕΚΠΑ τονίζουν ότι η επίσημη οικογενειακή κατάσταση δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την ποιότητα μιας σχέσης ή τη συναισθηματική στήριξη που λαμβάνει κάποιος.
Πολλοί άνθρωποι μπορεί να ζουν σε σταθερές σχέσεις χωρίς γάμο ή, αντίθετα, να βιώνουν απομόνωση μέσα σε έναν γάμο. Επίσης, η έρευνα δεν διέθετε στοιχεία για εισόδημα, εκπαίδευση ή αριθμό παιδιών, που θα μπορούσαν να εξηγήσουν επιμέρους μηχανισμούς.
Το βασικό συμπέρασμα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι η υγεία δεν καθορίζεται μόνο από βιολογικούς παράγοντες, αλλά και από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε. Η μοναξιά, η οικονομική ανασφάλεια και η έλλειψη στήριξης μπορούν να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.