Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σχεδόν στα 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2025, καταγράφοντας το ενδέκατο συνεχές έτος αύξησης, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Η άνοδος αυτή συνδέεται με τον πολλαπλασιασμό των ένοπλων συγκρούσεων και την αυξημένη γεωπολιτική αστάθεια.
Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία παραμένουν οι τρεις μεγαλύτεροι δαπανητές, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το μισό των συνολικών ποσών, δηλαδή περίπου 1,48 τρισ. δολάρια. Παρά τη μικρή μείωση των αμερικανικών δαπανών, η συνολική αύξηση σε πραγματικές τιμές έφθασε το 2,9%.
Όπως εξηγεί ο ερευνητής του SIPRI, Λορέντζο Σκαρατζάτο, η υποχώρηση των αμερικανικών κονδυλίων αντισταθμίστηκε από σημαντικές αυξήσεις στην Ευρώπη και στην Ασία, σε μια χρονιά που «σημαδεύτηκε από πολέμους και κλιμάκωση των εντάσεων». Το στρατιωτικό βάρος, δηλαδή το ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ που κατευθύνεται στην άμυνα, ήταν το υψηλότερο από το 2009.
ΗΠΑ και Ευρώπη: Αντίθετες τάσεις στις δαπάνες
Οι ΗΠΑ δαπάνησαν 954 δισ. δολάρια, ποσό μειωμένο κατά 7,5% σε σχέση με το 2024. Η μείωση αποδίδεται στην απουσία νέου πακέτου στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο, το Κογκρέσο έχει ήδη εγκρίνει δαπάνες άνω του 1 τρισ. δολαρίων για το 2026, ενώ η πρόταση προϋπολογισμού της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προβλέπει ότι μπορεί να φθάσουν έως και τα 1,5 τρισ. δολάρια το 2027.
Η Ευρώπη αποτέλεσε τον κύριο μοχλό της παγκόσμιας αύξησης, με τις στρατιωτικές δαπάνες να ενισχύονται κατά 14%, αγγίζοντας τα 864 δισ. δολάρια. Η άνοδος αυτή αποδίδεται στον πόλεμο στην Ουκρανία και στη σταδιακή απεμπλοκή των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή ήπειρο, όπως σημειώνει ο Σκαρατζάτο. Η Ουάσιγκτον «πιέζει την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνά της».
Η Γερμανία αύξησε τις δαπάνες της κατά 24%, φθάνοντας τα 114 δισ. δολάρια, ενώ η Ισπανία κατέγραψε άνοδο 50%, στα 40,2 δισ. δολάρια, υπερβαίνοντας για πρώτη φορά από το 1994 το 2% του ΑΕΠ. Η Ρωσία δαπάνησε 190 δισ. δολάρια (+5,9%), ενώ η Ουκρανία ενίσχυσε τον προϋπολογισμό της κατά 20%, στα 84,1 δισ. δολάρια.
Ασία-Ωκεανία: Ρεκόρ τριών δεκαετιών
Στην περιοχή Ασίας-Ωκεανίας, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 8,5%, φθάνοντας τα 681 δισ. δολάρια – τη μεγαλύτερη άνοδο από το 2009. Η Κίνα, με 336 δισ. δολάρια, παραμένει ο βασικός παράγοντας της ανόδου, καθώς αυξάνει σταθερά τις δαπάνες της επί τρεις δεκαετίες.
Η ενίσχυση των προϋπολογισμών οφείλεται επίσης στην «αντίδραση ορισμένων άλλων κρατών, όπως η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Ταϊβάν», απέναντι στην αντιλαμβανόμενη κινεζική «απειλή». Η Ιαπωνία αύξησε τις δαπάνες της κατά 9,7%, στα 62,2 δισ. δολάρια – το υψηλότερο ποσοστό από το 1958 – ενώ η Ταϊβάν τις ενίσχυσε κατά 14%, στα 18,2 δισ. δολάρια.
Μέση Ανατολή: Οριακή μεταβολή
Στη Μέση Ανατολή, οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες (+0,1%), στα 218 δισ. δολάρια. Παρά τις εντάσεις, το Ισραήλ και το Ιράν κατέγραψαν μειώσεις. Στο Ιράν, η πτώση κατά 5,6%, στα 7,4 δισ. δολάρια, αποδίδεται στον υψηλό πληθωρισμό (42%), ενώ στο Ισραήλ η μείωση κατά 4,9%, στα 48,3 δισ. δολάρια, σχετίζεται με την προσωρινή αποκλιμάκωση του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του SIPRI, οι δαπάνες του Ισραήλ παραμένουν ωστόσο αυξημένες κατά 97% σε σχέση με το 2022, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη στρατιωτική ένταση στην περιοχή.