Συγγενείς θυμάτων μίας από τις πλέον πολύνεκρες ένοπλες επιθέσεις στον Καναδά κατέθεσαν μήνυση κατά της OpenAI και του διευθύνοντος συμβούλου της Σαμ Άλτμαν σε αμερικανικό δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία είχε αναγνωρίσει τον δράστη ως αξιόπιστη απειλή οκτώ μήνες πριν από την επίθεση, χωρίς ωστόσο να ειδοποιήσει την αστυνομία.
Οι μηνύσεις, που κατατέθηκαν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Σαν Φρανσίσκο, κατηγορούν την OpenAI ότι απέφυγε να ενημερώσει τις αρχές για να μην αποκαλυφθεί το εύρος των βίαιων συνομιλιών στο ChatGPT, γεγονός που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πορεία της προς μια αρχική δημόσια προσφορά σχεδόν 1 τρισ. δολαρίων.
Η επίθεση σημειώθηκε τον Φεβρουάριο στο Τάμπλερ Ριντζ της Βρετανικής Κολομβίας, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους εννέα άνθρωποι, ανάμεσά τους και παιδιά, προκαλώντας σοκ στην τοπική κοινωνία.
Εκπρόσωπος Τύπου της OpenAI χαρακτήρισε την επίθεση «μια τραγωδία» και επισήμανε ότι η εταιρεία εφαρμόζει πολιτική μηδενικής ανοχής στη χρήση των εργαλείων της για πράξεις βίας.
Νομικές κινήσεις και κατηγορίες
Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα αυξανόμενο κύμα μηνύσεων κατά εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίες κατηγορούνται ότι απέτυχαν να αποτρέψουν επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με chatbot. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τέτοιες συνομιλίες συνέβαλαν σε αυτοτραυματισμούς, ψυχικές διαταραχές και πράξεις βίας. Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση που ισχυρίζεται ότι το ChatGPT συνέβαλε στη διευκόλυνση μαζικής ένοπλης επίθεσης.
Ο δικηγόρος Τζέι Έντελσον, που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, δήλωσε ότι προτίθεται να καταθέσει ακόμη 20 μηνύσεις τις επόμενες εβδομάδες εκ μέρους ανθρώπων που επηρεάστηκαν από την τραγωδία.
Τα ευρήματα της ομάδας ασφαλείας
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, τα αυτοματοποιημένα συστήματα της OpenAI τον Ιούνιο του 2025 εντόπισαν συνομιλίες στο ChatGPT όπου η δράστις περιέγραφε σενάρια ένοπλης βίας. Η ομάδα ασφαλείας φέρεται να συνέστησε την ενημέρωση των αρχών, θεωρώντας τη γυναίκα αξιόπιστη απειλή, όπως αναφέρει η μηνυτήρια αναφορά που επικαλείται άρθρο της Wall Street Journal.
Ωστόσο, ο Άλτμαν και άλλα στελέχη της OpenAI φέρονται να απέρριψαν την εισήγηση, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ειδοποίηση της αστυνομίας. Αν και ο λογαριασμός της δράστιδος απενεργοποιήθηκε, εκείνη άνοιξε νέο προφίλ και συνέχισε τον σχεδιασμό της επίθεσης, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα.
Αντιδράσεις και επόμενα βήματα
Μετά τη δημοσίευση του άρθρου της Wall Street Journal, η OpenAI ανέφερε ότι ο λογαριασμός είχε επισημανθεί για «καταχρήσεις των μοντέλων μας για την προώθηση βίαιων δραστηριοτήτων», χωρίς όμως να πληροί τα εσωτερικά κριτήρια για αναφορά στις αρχές επιβολής του νόμου.
Την περασμένη εβδομάδα, τοπική εφημερίδα του Τάμπλερ Ριντζ δημοσίευσε ανοικτή επιστολή στην οποία ο Άλτμαν εξέφρασε τη «βαθιά του λύπη» για το γεγονός ότι δεν ειδοποιήθηκαν οι αρχές σχετικά με τον λογαριασμό.
Οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις και δικαστική εντολή που θα υποχρεώνει την OpenAI να επανεξετάσει τις πολιτικές και τις διαδικασίες ασφαλείας της, ώστε να αποτραπούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον.