Τουλάχιστον είκοσι τρεις χωρικοί έχασαν τη ζωή τους σε σειρά επιθέσεων ενόπλων στην πολιτεία Ζαμφαρά της Νιγηρίας, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο. Το νέο κύμα βίας αποδίδεται σε συμμορίες που δρουν ανεξέλεγκτα τα τελευταία χρόνια στο βορειοδυτικό και κεντρικό τμήμα της χώρας.
Οι επιθέσεις σημειώθηκαν σε πέντε χωριά της περιοχής Σόνα, προκαλώντας εκτεταμένες απώλειες και ανασφάλεια στους κατοίκους. Σύμφωνα με τον αυτοδιοικητικό αξιωματούχο Νασίρου Λαουάλι, «από τις 15:00 ως τις 16:00, μεγάλος αριθμός κακοποιών εισέβαλε σε κοινότητές μας κι άνοιξε πυρ αδιακρίτως εναντίον όποιου συναντούσε».
Ο ίδιος ανέφερε ότι «έχω μπροστά μου 21 πτώματα και αύριο θα προχωρήσουμε στην ταφή τους όπως ορίζουν τα ισλαμικά έθιμα». Ο γραμματέας της περιοχής, Αλχάτζι Σέχου Γκάρμπα, έκανε λόγο για 23 νεκρούς συνολικά, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αγρότες.
Σύμφωνα με τον απολογισμό του, οκτώ άνθρωποι σκοτώθηκαν στο χωριό Νταγκάγια, άλλοι οκτώ στο Τουντούν Ναμάλι, πέντε στο Μαρανάι, ένας στο Σόνα και ένας στο Ντανκαμάλι. Τρεις τραυματίες μεταφέρθηκαν αρχικά σε τοπικό νοσοκομείο και στη συνέχεια σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο στην πολιτεία Σόκοτο.
Η αστυνομία δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα του AFP για σχόλιο. Η δράση των λεγόμενων bandits, όπως αποκαλούνται από τις αρχές, παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις δυνάμεις ασφαλείας της Νιγηρίας, παράλληλα με την εξέγερση τζιχαντιστών στα βορειοανατολικά και τη δραστηριότητα αυτονομιστών στον νότο.
Κλιμάκωση της βίας στη Ζαμφαρά
Το περασμένο σαββατοκύριακο, οπλισμένα μέλη συμμορίας απήγαγαν πάνω από 40 ανθρώπους στην ίδια πολιτεία, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και τοπικών αξιωματούχων. Αν και οι συμμορίες θεωρείται πως δρουν κυρίως για οικονομικά κίνητρα, ορισμένες φέρονται να έχουν συνεργασίες με τζιχαντιστικές οργανώσεις που δρουν στη βορειοανατολική Νιγηρία.
Οι κακοποιοί διατηρούν ορμητήρια σε εκτεταμένες δασικές περιοχές στα σύνορα των πολιτειών Ζαμφαρά, Κατσίνα, Καντούνα και του Νίγηρα, όπου οι δυνάμεις ασφαλείας δυσκολεύονται να επιβάλουν έλεγχο. Η συνεχιζόμενη αστάθεια εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια και την οικονομική δραστηριότητα στις αγροτικές κοινότητες της χώρας.