Ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη η δίκη μιας 27χρονης Αμερικανίδας, η οποία κατηγορείται ότι εκπαιδεύτηκε για να πολεμήσει στο πλευρό της τζιχαντιστικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στη Συρία, σύμφωνα με πληροφορίες από δικαστικές πηγές.
Πρόκειται για την πρώτη φορά που μια Αμερικανίδα καλείται να λογοδοτήσει για τέτοιου είδους κατηγορίες ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου στις ΗΠΑ. Η υπόθεση αυτή ξεχωρίζει, καθώς μέχρι σήμερα μια άλλη Αμερικανίδα που είχε διατελέσει επικεφαλής τάγματος του Ισλαμικού Κράτους είχε καταδικαστεί το 2022 χωρίς δίκη, μετά από δήλωση ενοχής.
Η Χαλίμα Σαλμάν έφτασε το 2016, σε ηλικία 17 ετών, σε περιοχή της Συρίας που ελεγχόταν από το Ισλαμικό Κράτος, συνοδευόμενη από τα μέλη της οικογένειάς της. Εκεί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, παντρεύτηκε έναν μαχητή της οργάνωσης και αργότερα, από την ηλικία των 18 ετών, εκπαιδεύτηκε και εξοπλίστηκε πριν ενταχθεί σε τάγμα του Ισλαμικού Κράτους.
Οι κατηγορίες δεν αφορούν συμμετοχή της σε μάχες, αλλά το γεγονός ότι «έλαβε στρατιωτικού τύπου εκπαίδευση από μια ξένη τρομοκρατική οργάνωση», αδίκημα που επισύρει ποινή κάθειρξης έως 10 ετών.
Το 2019, η ίδια και μέλη της οικογένειάς της αιχμαλωτίστηκαν από Σύρους μαχητές που αντιτίθεντο στο Ισλαμικό Κράτος και κρατήθηκαν για χρόνια σε στρατόπεδο. Μετά την απέλασή της στις ΗΠΑ το 2024, συνελήφθη κατά την άφιξή της και πλέον εμφανίστηκε στο δικαστήριο, έχοντας αφεθεί ελεύθερη με εγγύηση.
Ο δικηγόρος της, Σάμιουελ Τζέικομπσον, υποστήριξε ότι η Χαλίμα Σαλμάν ήταν κυρίως «θύμα της απόφασης του πατέρα της να την οδηγήσει, όταν ήταν ανήλικη, στις περιοχές του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία». Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, ο γάμος της με μαχητή είχε κανονιστεί.
Η εισαγγελία διαθέτει ως αποδεικτικά στοιχεία φωτογραφίες από το τηλέφωνο του συζύγου της, όπου η κατηγορούμενη εμφανίζεται μπροστά από σημαία του Ισλαμικού Κράτους ή κρατώντας τυφέκιο.
Σύμφωνα με έκθεση του Πανεπιστημίου George Washington το 2022, εκατοντάδες Αμερικανοί επιχείρησαν να ενταχθούν στο Ισλαμικό Κράτος, όμως μόνο 83 κατάφεραν να μεταβούν τελικά σε Ιράκ ή Συρία, συνοδευόμενοι από 12 έως 30 ανήλικους τη στιγμή της αναχώρησης.