Οι εξελίξεις στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παραμένουν στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας, καθώς αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να προετοιμάζονται για επανέναρξη βομβαρδισμών ευρείας κλίμακας κατά του Ιράν. Παρά τα σενάρια στρατιωτικής κλιμάκωσης, η επίτευξη λύσης μέσω στρατιωτικών μέσων εξακολουθεί να θεωρείται ανέφικτη και για τις δύο πλευρές.
Το τελευταίο διάστημα, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη συγκρούονται κυρίως στη θάλασσα. Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό σε ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο, ενώ η ιρανική πλευρά επιχειρεί να ελέγξει το στρατηγικής σημασίας στενό του Ορμούζ.
Καμία από τις δύο χώρες δεν έχει εξαπολύσει σημαντική επίθεση σε χερσαίους στόχους από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ωστόσο η κατάσταση μπορεί να αλλάξει σύντομα.
Η Σούζαν Μαλόνι, ερευνήτρια του Brookings Institution, σημειώνει ότι υπάρχει πιθανότητα πληγμάτων αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, επικαλούμενη την ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην περιοχή, τις προειδοποιήσεις προς Αμερικανούς πολίτες και την αυξημένη επαγρύπνηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.
Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ «δήλωσε δημόσια» ότι δεν θα διατάξει πλήγματα στο Ιράν «πριν από τις εκλογές», καθώς μια τέτοια ενέργεια δεν θεωρείται πως θα τον ευνοούσε εκλογικά. Ο πόλεμος που ξεκίνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ στα τέλη Φεβρουαρίου κατά του Ιράν έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια στους αμερικανούς ψηφοφόρους, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει το ρεπουμπλικανικό κόμμα στις εκλογές.
Σύμφωνα με τη Μαλόνι, το σημερινό status quo δεν είναι βιώσιμο, καθώς ο αποκλεισμός αυξάνει την πίεση στο Ιράν και η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Εκτιμά ότι θα χρειαστεί «κάποιου είδους λύση, είτε μέσω της διπλωματίας, είτε μέσω στρατιωτικής δράσης».
Σε ερώτηση για το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωσε ότι «μπορεί να τελειώσουμε πολύ γρήγορα» και αναφέρθηκε σε πιθανή «μικρή Επική Οργή» αν δεν υπάρξει συμφωνία με την Τεχεράνη, κάνοντας νύξη στην ονομασία της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης που ξεκίνησε με το Ισραήλ κατά του Ιράν.
Ενδείξεις επικείμενης κλιμάκωσης και περιορισμοί
Ο Τζέισον Κάμπελ, ερευνητής στο Middle East Institute, επισημαίνει αδιάψευστες ενδείξεις για πιθανή επανέναρξη βομβαρδισμών, όπως η άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt, η αποστολή ενισχύσεων πεζοναυτών και οι πρόσφατες κινήσεις της ισραηλινής αεροπορίας. Τονίζει επίσης την επίσκεψη του αμερικανού υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ για συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Παρά τις ενδείξεις, ο Κάμπελ εκτιμά ότι είναι «αδύνατο να προβλεφθεί» το χρονοδιάγραμμα νέων πληγμάτων. Οι επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον περιορισμένες, καθώς οι ζημιές σε αμερικανικές βάσεις δυσχεραίνουν κάθε μεγάλη χερσαία επιχείρηση.
Σύμφωνα με τη Μαλόνι, οι περισσότερες συμβατικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ιράν έχουν ήδη υποστεί σοβαρές ζημιές, και ενδεχόμενοι νέοι βομβαρδισμοί θα μπορούσαν να στοχεύσουν πολιτικές εγκαταστάσεις, με άμεσο αντίκτυπο στον ιρανικό πληθυσμό.
Τόσο η Μαλόνι όσο και ο Κάμπελ συμφωνούν ότι μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση δεν θα μπορούσε να δώσει τέλος στη σύγκρουση. Όπως επισημαίνει η Μαλόνι, «πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να τερματιστεί με νέα κλιμάκωση από τη μια ή από την άλλη πλευρά». Ο Κάμπελ προσθέτει ότι η Τεχεράνη έχει ήδη δείξει την ικανότητα να απορροφά μεγάλες ζημιές χωρίς να μεταβάλει τη στρατηγική της.