Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου (ΔΕΕΣ) ανακοίνωσε ότι παρέδωσε ιατρικά εφόδια στην Τάιζ της Υεμένης, για πρώτη φορά μετά την επιβολή αποκλεισμού από το κίνημα ανταρτών Ανσαραλά (Χούθι), το οποίο υποστηρίζεται από το Ιράν και βρίσκεται σε σύγκρουση με τη διεθνώς αναγνωρισμένη υεμενίτικη κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τη ΔΕΕΣ, τέσσερα φορτηγά μετέφεραν «ζωτικής σημασίας ιατρικά εφόδια» στην Τάιζ, συμπεριλαμβανομένων χειρουργικών κιτ για τη στήριξη νοσοκομείων που περιθάλπουν τραυματίες από όπλα. Αυτή ήταν η πρώτη παράδοση ιατρικών εφοδίων από τη ΔΕΕΣ σε νοσοκομεία της πόλης από τις 23 Σεπτεμβρίου, πριν την εντατικοποίηση των μαχών, όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής στη Μέση Ανατολή, Χασέμ Οσεϊράν.
Ωστόσο, ο Οσεϊράν υπογράμμισε ότι «πρέπει να είμαστε σαφείς: η βοήθεια αυτή δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες του πληθυσμού».
Η Ανσαραλά περικύκλωσε την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Υεμένης στις αρχές Οκτωβρίου, αποκόπτοντας τον δρόμο που την συνδέει με την Άντεν, προσωρινή πρωτεύουσα της κυβέρνησης που στηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία.
Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης στην Τάιζ, όπου οι αντάρτες περιορίζουν σημαντικά την είσοδο βασικών αγαθών, αν και αρνούνται ότι έχουν επιβάλει πολιορκία.
Στις 2 Νοεμβρίου, ο επικεφαλής των ανθρωπιστικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ, Τομ Φλέτσερ, κάλεσε τις αντιμαχόμενες πλευρές να ανοίξουν τους δρόμους και να επιτρέψουν την παράδοση βοήθειας στην πόλη.
Όπως τόνισε, «οι δρόμοι είναι κλειστοί και οι προμήθειες εξαντλούνται. Η παραγωγή νερού έχει μειωθεί στο μισό. Οι τιμές των τροφίμων έχουν σημειώσει αλματώδη άνοδο τουλάχιστον 50%. Στα νοσοκομεία εξαντλούνται τα τρόφιμα και τα φάρμακα».
Ο πόλεμος στην Υεμένη, τη φτωχότερη χώρα της αραβικής χερσονήσου, που γενικεύτηκε το 2014, αναζωπυρώθηκε τον Ιούλιο και εξελίσσεται σε νέο μέτωπο της ευρύτερης σύρραξης στη Μέση Ανατολή, μετά από τέσσερα χρόνια σχετικής ηρεμίας.
Από το καλοκαίρι, οι εχθροπραξίες έχουν προκαλέσει τουλάχιστον 1.600 θανάτους και τον εκτοπισμό περίπου 300.000 κατοίκων, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, ενώ δεν διαφαίνεται προοπτική διπλωματικής λύσης.