Σε ποινές κάθειρξης έως και 7 έτη καταδικάστηκαν δύο υπάλληλοι της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για αποδοχή «γρηγορόσημων» με στόχο την επιτάχυνση διαδικασιών έκδοσης αδειών διαμονής και αποφάσεων κτήσης ιθαγένειας.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από πολύμηνη έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βόρειας Ελλάδας της ΕΛ.ΑΣ., η οποία ξεκίνησε το 2019 μετά από σχετικές καταγγελίες.
Οι δύο καταδικασθέντες, που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσαν σε διευθύνσεις ή τμήματα αλλοδαπών, μετανάστευσης και ιθαγένειας, κρίθηκαν ένοχοι για δωροληψία κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, παράβαση καθήκοντος και, κατά περίπτωση, για εμπορία επιρροής.
Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίστηκαν από το Δικαστήριο ως κακουργηματικές ή πλημμεληματικές, ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε υπόθεσης.
Με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου, οι ποινές διαμορφώθηκαν σε κάθειρξη 6 ετών και 9 μηνών για τον έναν και 7 ετών και 1 μήνα για τον δεύτερο. Παράλληλα, αποφασίστηκε η έφεση να έχει αναστέλλουσα ισχύ, με αποτέλεσμα να αφεθούν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επέβαλε κάθειρξη 6,5 ετών σε πρώην υπάλληλο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος φέρεται να λειτουργούσε ως μεσάζοντας, καταδικάζοντάς τον για απλή συνέργεια σε δωροληψία και παράβαση καθήκοντος.
Ποινές φυλάκισης από 1 έως 4,6 έτη, με αναστολή, επιβλήθηκαν σε έξι ακόμη άτομα, μεταξύ των οποίων ιδιώτες και αλλοδαποί μετανάστες που επωφελήθηκαν από τις ενέργειες.
Συνολικά, στο ακροατήριο παραπέμφθηκαν 38 κατηγορούμενοι, εκ των οποίων 29 αθωώθηκαν, μεταξύ τους και ένας προϊστάμενος υπηρεσίας που διωκόταν για πλημμεληματική πράξη.
Η δικογραφία των «αδιάφθορων» της ΕΛ.ΑΣ. περιλάμβανε εκατοντάδες τηλεφωνικές συνομιλίες, οι οποίες κρίθηκαν ύποπτες και αποκάλυπταν συναλλαγές με χρηματικά ποσά, κυρίως γύρω στα 250 ευρώ, καθώς και «δώρα» σε είδος, όπως κρασιά ή εργασίες ανακαίνισης κατοικιών.
Σύμφωνα με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, οι βασικοί κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μόνο για συγκεκριμένες πράξεις δωροληψίας, καθώς οι υπόλοιπες δεν στοιχειοθετήθηκαν επαρκώς. Όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες κατά τη διάρκεια των απολογιών τους.