Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προσφέρει και φέτος στους συζύγους τη δυνατότητα να υποβάλουν χωριστές φορολογικές δηλώσεις. Με τον τρόπο αυτό, κάθε φορολογούμενος διατηρεί το προσωπικό του φορολογικό απόρρητο, κυρίως όσον αφορά προσωπικούς λογαριασμούς ή περιουσιακά στοιχεία. Η επιλογή αυτή αντικαθιστά την κοινή συμπλήρωση και υποβολή Ε1.
Ωστόσο, η απόφαση για χωριστή δήλωση δεν είναι απλή υπόθεση και απαιτεί προσεκτική μελέτη. Πίσω από την αυτονομία που προσφέρει, υπάρχουν τεκμήρια και πιθανότητα επιπλέον φορολογικής επιβάρυνσης.
Η διαδικασία γνωστοποίησης της επιλογής γίνεται μέσω της ειδικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ. Οι σύζυγοι μπορούν να δηλώσουν την πρόθεσή τους για ξεχωριστή υποβολή Ε1 είτε μονομερώς, όπου αρκεί η επιλογή του ενός συζύγου, είτε με αυτόματη ανανέωση για όσους είχαν ήδη επιλέξει χωριστή δήλωση το προηγούμενο έτος. Σε αυτή την περίπτωση, το σύστημα διατηρεί την επιλογή χωρίς να απαιτείται νέα αίτηση, εκτός αν επιθυμούν επιστροφή στο καθεστώς κοινής δήλωσης.
Η γνωστοποίηση γίνεται ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας myAADE, ακολουθώντας τη διαδρομή Ψηφιακές Υπηρεσίες → Φορολογικές Υπηρεσίες → Εισόδημα → Γνωστοποίηση Χωριστής Δήλωσης. Η πλατφόρμα άνοιξε στις 12 Ιανουαρίου 2026 και θα παραμείνει διαθέσιμη έως τις 2 Μαρτίου 2026. Μετά τη λήξη της προθεσμίας, η επιλογή δεν αλλάζει για το τρέχον φορολογικό έτος. Η είσοδος πραγματοποιείται με τους προσωπικούς κωδικούς taxisnet ή του εξουσιοδοτημένου λογιστή.
Η επιλογή χωριστής δήλωσης δεν πρέπει να λαμβάνεται "ελαφρά τη καρδία". Αν και προσφέρει ανεξαρτησία, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η κοινή δήλωση παραμένει πιο συμφέρουσα κατά την τελική εκκαθάριση φόρου εισοδήματος.
Κύριες παγίδες και μύθοι
Ένας διαδεδομένος μύθος αφορά τον συμψηφισμό χρεών μεταξύ συζύγων. Παλαιότερα, υπήρχε η ανησυχία ότι επιστροφή φόρου του ενός θα συμψηφιζόταν με οφειλές του άλλου. Πλέον, η ΑΑΔΕ εκδίδει ξεχωριστά εκκαθαριστικά, οπότε ο φόβος αυτός δεν έχει βάση.
Το κύριο μειονέκτημα των χωριστών δηλώσεων είναι τα τεκμήρια διαβίωσης. Σε κοινή δήλωση, το εισόδημα του ενός μπορεί να καλύψει τα τεκμήρια του άλλου. Στη χωριστή δήλωση, αν ένας σύζυγος έχει χαμηλό εισόδημα αλλά σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, δεν μπορεί να καλύψει τη διαφορά με εισόδημα του άλλου, με αποτέλεσμα υψηλότερη φορολόγηση.
Σχετικά με τα κοινωνικά επιδόματα, η υποβολή χωριστών δηλώσεων δεν επηρεάζει την καταβολή τους, καθώς αυτά υπολογίζονται με βάση το συνολικό οικογενειακό εισόδημα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες συνυπολογίζουν τα εισοδήματα και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα από το είδος της δήλωσης.
Τα εξαρτώμενα τέκνα δηλώνονται και από τους δύο συζύγους στις χωριστές δηλώσεις. Σε περίπτωση που ανήλικο τέκνο έχει εισόδημα που δεν φορολογείται στο όνομά του, το ποσό προστίθεται στο εισόδημα του γονέα με τα μεγαλύτερα έσοδα.
Τα νέα ζευγάρια υποβάλλουν αρχικά κοινή δήλωση για το πρώτο φορολογικό έτος του γάμου τους. Τα μέρη συμφώνου συμβίωσης έχουν ήδη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ κοινής ή χωριστής δήλωσης χωρίς επιπρόσθετη γνωστοποίηση.
Επιλογή και στατιστικά
Παρά το ενδιαφέρον που παρατηρείται κάθε χρόνο, τα στατιστικά δείχνουν ότι η πλειονότητα των φορολογουμένων παραμένει στην παραδοσιακή επιλογή. Ετησίως, περίπου 40.000 έως 60.000 ζευγάρια επιλέγουν χωριστές δηλώσεις, αριθμός μικρός σε σύγκριση με τα περίπου 6,7 εκατομμύρια συνολικών δηλώσεων.
Αυτό επιβεβαιώνει ότι η κοινή δήλωση εξακολουθεί να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια έναντι των τεκμηρίων για τη συντριπτική πλειοψηφία των φορολογουμένων.
Τέλος, αν επιλεγεί η χωριστή δήλωση και ένας από τους συζύγους δεν έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας ή χρήσης στην κατοικία, στο Ε1 δηλώνει την ένδειξη «συνοίκηση με σύζυγο».