Την πορεία της ελληνικής οικονομίας από την κρίση του 2014 έως τη σημερινή περίοδο ανάκαμψης και μετασχηματισμού περιγράφει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στο Liberal.gr, τονίζοντας ότι η χώρα έχει διανύσει «πολύ μεγάλη απόσταση», χωρίς ωστόσο να έχουν εξαλειφθεί οι προκλήσεις.
Ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει ότι η Ελλάδα του 2026 διαφέρει ριζικά από εκείνη του 2014, όταν η οικονομία βρισκόταν ακόμη σε εύθραυστη κατάσταση, έχοντας χάσει περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, με υψηλή ανεργία, αδύναμο τραπεζικό σύστημα και περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σημερινή εικόνα χαρακτηρίζεται από ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ισχυρότερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, σημαντική μείωση της ανεργίας και ουσιαστική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην πολιτική σταθερότητα, την οποία χαρακτηρίζει «σημαντικότερο άυλο κεφάλαιο της χώρας», υποστηρίζοντας ότι αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών και των επενδυτών. Παράλληλα, σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία μεταβαίνει σταδιακά σε ένα πιο εξωστρεφές και παραγωγικό αναπτυξιακό μοντέλο, με αυξημένες επενδύσεις, ψηφιοποίηση του κράτους και αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων.
«Δεν υπάρχουν δύο οικονομίες»
Απαντώντας στη συζήτηση περί «δύο οικονομιών», μιας που ευημερεί στους δείκτες και μιας που πιέζει τους πολίτες, ο διοικητής της ΤτΕ απορρίπτει τη διάκριση αυτή. Όπως αναφέρει, οι οικονομικοί δείκτες αποτυπώνουν πραγματικές κοινωνικές εξελίξεις, όπως η απασχόληση, το διαθέσιμο εισόδημα και η δυνατότητα στήριξης των πολιτών από το κράτος. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι υπάρχει χρονική υστέρηση ανάμεσα στη μακροοικονομική βελτίωση και στην αίσθησή της από τους πολίτες.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πρόοδος είναι ήδη ορατή μέσω της μείωσης της ανεργίας, της αύξησης των επενδύσεων και της ανάκαμψης των εισοδημάτων, ενώ αποδίδει τη συνεχιζόμενη κοινωνική πίεση κυρίως στο πληθωριστικό σοκ των τελευταίων ετών και στην άνοδο του κόστους ζωής, ιδιαίτερα στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στη στέγαση.
Ο κ. Στουρνάρας υπερασπίζεται επίσης τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, υποστηρίζοντας ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η ψηφιοποίηση του κράτους και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό συνέβαλαν στη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Προειδοποίηση για στασιμοπληθωρισμό και παγκόσμιο χρέος
Σχετικά με τους διεθνείς κινδύνους, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος προειδοποιεί ότι ο συνδυασμός γεωπολιτικής αστάθειας, ενεργειακών πιέσεων και υψηλού παγκόσμιου χρέους αυξάνει τους καθοδικούς κινδύνους για την οικονομία. Όπως εξηγεί, ο στασιμοπληθωρισμός αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη πρόκληση, καθώς συνδυάζει υψηλό πληθωρισμό με χαμηλή ανάπτυξη.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος εκτιμάται πως θα φτάσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2029, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια των κυβερνήσεων. Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι τα μέτρα στήριξης σε περίπτωση νέας ενεργειακής κρίσης πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, ώστε να μην υπονομεύεται η δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Επενδύσεις, παραγωγικότητα και μεταρρυθμίσεις
Ο κ. Στουρνάρας χαρακτηρίζει την τρέχουσα περίοδο ως φάση «ουσιαστικού μετασχηματισμού» της ελληνικής οικονομίας. Υπογραμμίζει ότι για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες, η συμβολή των επενδύσεων στην ανάπτυξη υπερβαίνει εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις εκτός κατασκευών βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Παράλληλα, σημειώνει ότι οι ξένες άμεσες επενδύσεις κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ στηρίζει επενδύσεις σε πράσινη μετάβαση, ψηφιακές υποδομές και καινοτομία. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων.
Ως βασικούς άξονες για την επόμενη ημέρα προσδιορίζει τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης, τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω εκπαίδευσης, δεξιοτήτων και καινοτομίας.
Η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Αναφερόμενος στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο διοικητής της ΤτΕ υποστηρίζει ότι η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις έχει ανακάμψει έντονα τα τελευταία χρόνια, με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η χρηματοδότηση προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 13,8% το 2024 και 11,3% το 2025.
Παραδέχεται πάντως ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση, κυρίως λόγω υψηλότερου πιστωτικού κινδύνου και περιορισμένων εξασφαλίσεων. Τονίζει ωστόσο ότι σημαντικό ρόλο παίζουν τα εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου και του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία παρέχουν συγχρηματοδοτούμενα δάνεια, εγγυήσεις και μικροπιστώσεις με ευνοϊκούς όρους.
Η στάση της ΕΚΤ απέναντι στον πληθωρισμό
Για τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο κ. Στουρνάρας αναφέρει ότι η αντίδραση της ΕΚΤ δεν μπορεί να είναι «μηχανιστική», αλλά θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση των ενεργειακών πιέσεων, καθώς και από το κατά πόσο αυτές θα επηρεάσουν μισθούς και πληθωριστικές προσδοκίες.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ευρωζώνη εισήλθε στη νέα περίοδο αβεβαιότητας με πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%, χωρίς ακόμη να υπάρχουν ενδείξεις γενικευμένης μετάδοσης των ενεργειακών αυξήσεων στην υπόλοιπη οικονομία. Ωστόσο, σημειώνει ότι οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής και η επιβράδυνση της ανάπτυξης δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
«Η Ελλάδα είναι πιο θωρακισμένη»
Κλείνοντας, ο διοικητής εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία είναι σήμερα σαφώς καλύτερα προετοιμασμένη απέναντι σε μια νέα ενεργειακή κρίση σε σχέση με το παρελθόν. Ως βασικά πλεονεκτήματα αναφέρει την επενδυτική βαθμίδα, τη μείωση του δημόσιου χρέους, την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ουσιαστική θωράκιση περνά μέσα από την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και την ενίσχυση των ευρωπαϊκών ενεργειακών διασυνδέσεων. Τονίζει επίσης ότι καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, επισημαίνοντας την ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή απάντηση και ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης