Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, εκτιμά σε άρθρο του που δημοσιεύει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ότι ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο έχει ήδη επιβαρύνει σημαντικά τις οικονομίες της ΕΕ και της Ελλάδας, κυρίως μέσω της αύξησης του ενεργειακού κόστους, του πληθωρισμού και των μεταφορών.
Τονίζει ότι η αβεβαιότητα έχει πλέον μετρήσιμο οικονομικό κόστος και υπογραμμίζει την ανάγκη για ενεργειακή διαφοροποίηση και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
«Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, που διανύει ήδη τον έκτο μήνα, συνεχίζει να επηρεάζει έντονα τις αγορές ενέργειας, τις θαλάσσιες μεταφορές, τον πληθωρισμό και την οικονομική δραστηριότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Ελλάδα. Η παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση έχει προκαλέσει νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, η οποία, αν και μικρότερη από εκείνη του 2022, αρκεί για να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026.
Η πρώτη και άμεση συνέπεια ήταν η αύξηση του ενεργειακού κόστους. Οι περιορισμοί στις διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησαν σε άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου. Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου διατηρήθηκαν περίπου 30% υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, αν και είχαν υποχωρήσει από τα ακραία επίπεδα των πρώτων εβδομάδων.
Για την ΕΕ, ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός στο πεντάμηνο εκτιμάται σε περίπου 85 δισ. ευρώ. Αυτά τα κεφάλαια εξέρχονται της ευρωπαϊκής οικονομίας για αγορά ουσιαστικά των ίδιων ή μικρότερων ποσοτήτων ενέργειας σε υψηλότερες τιμές. Παρά τη μείωση της εξάρτησης από τους ρωσικούς αγωγούς μέσω αυξημένης χρήσης LNG, η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές.
Η δεύτερη συνέπεια αφορά στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης της ΕΕ για το 2026, στο 1,1%, με τη νέα ενεργειακή διαταραχή να αποτελεί βασικό παράγοντα επιβράδυνσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πόλεμος μπορεί να αφαιρέσει συνολικά περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης σε διάστημα δύο ετών, με μεγαλύτερες απώλειες σε δυσμενέστερο σενάριο.
Η απώλεια οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ το πεντάμηνο εκτιμάται κοντά στα 30 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω μειωμένης κατανάλωσης, αναβολής επενδύσεων, αυξημένου κόστους παραγωγής και χαμηλότερης ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Ο πληθωρισμός επέστρεψε ως βασική απειλή για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κορυφωθεί περίπου στο 3,4% το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κυρίως λόγω άμεσης μετακύλισης των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα και τα διυλισμένα προϊόντα. Οι επιχειρήσεις ήδη προετοιμάζονται για αυξημένο κόστος εισροών και τιμών πώλησης.
Η πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμάται στα 25 δισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της απώλειας αγοραστικής δύναμης και της αύξησης του λειτουργικού κόστους. Τα υψηλότερα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι καθυστερήσεις και η ανάγκη διατήρησης αποθεμάτων προσθέτουν περίπου 15 δισ. ευρώ στο κόστος μεταφορών και εφοδιαστικών αλυσίδων, ενώ άλλα 15 δισ. ευρώ αφορούν το δημοσιονομικό και ευρύτερο επιχειρηματικό κόστος. Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο έφθαναν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Συνολικά, η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την ΕΕ στο πεντάμηνο εκτιμάται στα 125 δισ. ευρώ, ενώ στο εξάμηνο αναμένεται να φτάσει τα 145 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις, ωστόσο προσφέρει μια αξιόπιστη εικόνα για το συνολικό κόστος του εξαμήνου από τέλος Φεβρουαρίου έως τέλος Αυγούστου.
Για την Ελλάδα, η κεντρική εκτίμηση για το πεντάμηνο ανέρχεται στα 2,5 δισ. ευρώ και στο εξάμηνο στα 3 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 1,5 δισ. ευρώ αφορούν τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ την απώλεια οικονομικής δραστηριότητας, 400 εκατ. ευρώ το κόστος μεταφορών και εφοδιασμού και 500 εκατ. ευρώ τη δημοσιονομική επιβάρυνση. Η πληθωριστική πίεση εκτιμάται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, χωρίς να προστίθεται αυτοτελώς, καθώς μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Η ελληνική οικονομία εξακολούθησε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, ο πληθωρισμός έφτασε το 4% τον Ιούνιο και Ιούλιο, περιορίζοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνοντας τις πιέσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ναυτιλία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Η ακτοπλοΐα πλήττεται από τις τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων, ενώ κάποιες ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες ενδέχεται να επωφελήθηκαν από υψηλότερους ναύλους. Ωστόσο, οι επιχειρησιακοί κίνδυνοι, τα ασφάλιστρα, το κόστος καυσίμων και η διάρκεια των ταξιδιών αυξήθηκαν αισθητά. Τα ναυτιλιακά έσοδα δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την επιβάρυνση που υφίστανται η βιομηχανία, το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός και τα ελληνικά νοικοκυριά.
Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν ξεκίνησαν οι ευρείας κλίμακας στρατιωτικές επιθέσεις, ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο παραμένει ενεργός, παρά τις εκεχειρίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες. Τα διαδοχικά στάδια του πολέμου έχουν διαμορφώσει έξι φάσεις, από την αρχική κλιμάκωση μέχρι την παρούσα περίοδο υψηλής αβεβαιότητας και οικονομικών επιπτώσεων.
Η ανασκόπηση του εξαμήνου καταδεικνύει ότι ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις σε λιμάνια και logistics, ενίσχυση της ρευστότητας των ΜμΕ και ταχύτερη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο. Η αβεβαιότητα έχει πλέον συγκεκριμένο οικονομικό κόστος, καθιστώντας την ανθεκτικότητα βασικό όρο ανταγωνιστικότητας.του Βασίλη Κορκίδη*
«Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο εισήλθε στον έκτο μήνα και επιβεβαιώνει ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση δεν περιορίζεται στα πεδία των συγκρούσεων. Μεταφέρεται γρήγορα στις αγορές ενέργειας, στις θαλάσσιες μεταφορές, στον πληθωρισμό, στην κατανάλωση και τελικά στον ρυθμό ανάπτυξης. Για την ΕΕ και την Ελλάδα, το εξάμηνο αυτό μπορεί να αποτιμηθεί ως μια νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, μικρότερη από την κρίση του 2022, αλλά αρκετά σοβαρή ώστε να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026.
Η πρώτη και αμεσότερη επίπτωση ήταν η άνοδος του ενεργειακού κόστους. Η διακοπή ή ο δραστικός περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου. Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρότι είχαν υποχωρήσει από τις ακραίες τιμές των πρώτων εβδομάδων.
Για την ΕΕ, η κεντρική εκτίμηση του πρόσθετου ενεργειακού λογαριασμού με τη συμπλήρωση του πενταμήνου ανέρχεται περίπου στα 85 δισ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που μεταφέρονται εκτός της ευρωπαϊκής οικονομίας για την αγορά ουσιαστικά των ίδιων ή και μικρότερων ποσοτήτων ενέργειας σε υψηλότερες τιμές. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης έχει αλλάξει μορφή μετά το 2022, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η μεγαλύτερη προσφυγή στο LNG μείωσε την εξάρτηση από τους ρωσικούς αγωγούς, αύξησε όμως την έκθεση της Ευρώπης στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές και στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Η δεύτερη επίπτωση αφορά την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης της ΕΕ για το 2026, στο 1,1%, ενώ η νέα ενεργειακή διαταραχή θεωρείται βασικός παράγοντας της επιβράδυνσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πόλεμος μπορεί να αφαιρέσει συνολικά περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης μέσα σε δύο χρόνια, με πολύ μεγαλύτερη απώλεια σε δυσμενέστερο σενάριο.
Με βάση αυτές τις αναθεωρήσεις, η απώλεια πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ το πεντάμηνο προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ. Η ζημία προκύπτει από την υποχώρηση της κατανάλωσης, την αναβολή επενδύσεων, το αυξημένο κόστος παραγωγής και τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός επέστρεψε ως βασική απειλή. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κορυφωθεί περίπου στο 3,4% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κυρίως λόγω της άμεσης μετακύλισης των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα και στα διυλισμένα προϊόντα. Οι επιχειρήσεις δηλώνουν ήδη αυξημένες προσδοκίες για το κόστος των εισροών και τις τιμές πώλησης.
Η πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμάται περίπου στα 25 δισ. ευρώ, μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης και της αύξησης του λειτουργικού κόστους. Επιπλέον, τα ακριβότερα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι καθυστερήσεις και η ανάγκη διατήρησης υψηλότερων αποθεμάτων προσθέτουν περίπου 15 δισ. ευρώ στο κόστος των μεταφορών και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Άλλα 15 δισ. ευρώ αποδίδονται κατά προσέγγιση στο δημοσιονομικό και ευρύτερο επιχειρηματικό κόστος. Μόνο τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο έφθαναν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Συνολικά, η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την ΕΕ με τη συμπλήρωση του πενταμήνου εκτιμάται κεντρικά γύρω στα 125 δισ. ευρώ και στο εξάμηνο υπολογίζεται πως θα φτάσει τα 145 δις ευρώ. Το ποσό δεν αποτελεί άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Αποτελεί, ωστόσο, μια αξιόπιστη τάξη μεγέθους του συνολικού κόστους του εξαμήνου από τέλος Φεβρουαρίου έως τέλος Αυγούστου.
Για την Ελλάδα, η κεντρική εκτίμηση για το πεντάμηνο ανέρχεται περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ και εκτιμάται πως στο εξάμηνο θα κυμανθεί στα 3 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 1,5 δισ. ευρώ αφορούν τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ την απώλεια οικονομικής δραστηριότητας, 400 εκατ. ευρώ το κόστος μεταφορών και εφοδιασμού και 500 εκατ. ευρώ τη δημοσιονομική επιβάρυνση. Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δις ευρώ, αλλά δεν προστίθεται αυτοτελώς στο συνολικό ποσό, επειδή μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, ο πληθωρισμός έφθασε στα επίπεδα του 4% τον Ιούνιο και Ιούλιο, περιορίζοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνοντας την πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ναυτιλία αποτελεί ειδική περίπτωση. Η ακτοπλοΐα μας σίγουρα πλήττεται από τις τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων. Ορισμένες ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες μπορεί να επωφελήθηκαν από υψηλότερους ναύλους, αλλά ταυτόχρονα, αυξήθηκαν δραματικά οι επιχειρησιακοί κίνδυνοι, τα ασφάλιστρα, το κόστος καυσίμων και η διάρκεια των ταξιδιών. Τα ναυτιλιακά έσοδα δεν αντισταθμίζουν αυτομάτως την επιβάρυνση που υφίστανται η βιομηχανία, το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός και τα ελληνικά νοικοκυριά.
Με αφετηρία την 28η Φεβρουαρίου 2026, όταν ξεκίνησαν οι ευρείας κλίμακας στρατιωτικές επιθέσεις, ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο εισήλθε πλέον στον 6ο μήνα. Παρά τις κατά διαστήματα εκεχειρίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες, η σύγκρουση παραμένει ενεργή και μάλιστα με νέα κλιμάκωση. Τα στάδια του πολέμου μέχρι σήμερα έχουν 6 φάσεις. Η 1η φάση από τέλος Φεβρουαρίου μέχρι 16 Μαρτίου με στρατιωτική κλιμάκωση, σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και άνοδο ασφαλίστρων κινδύνου και ναύλων.
Η 2η φάση μέσα Μαρτίου με 15 Απριλίου με την έντονη ενεργειακή και ναυτιλιακή κρίση, με εκτροπή δρομολογίων, μειωμένες ροές και διακοπές σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η 3η φάση με προσωρινή αποκλιμάκωση και κατάπαυση πυρός στις 16 Απριλίου και κατά τη διάρκεια όλου του Μαίου. Η 4η φάση του Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου με παρατεταμένη αβεβαιότητα. Η 5η φάση από τις 16 Ιουλίου με επανεμφάνιση επιθέσεων, στρατιωτική κλιμάκωση και υψηλό γεωπολιτικό κίνδυνο. Η 6η φάση σηματοδοτεί την είσοδο στην υψηλή αβεβαιότητα και τις επιπτώσεις στην οικονομία.
Η ανασκόπηση του εξαμήνου δείχνει ότι ο πόλεμος έχει ήδη μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό παράγοντα. Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε προσωρινές επιδοτήσεις. Απαιτούνται ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις σε λιμένες και logistics, ενίσχυση της ρευστότητας των ΜμΕ και ταχύτερη μετάβαση σε λιγότερο εισαγωγικό και περισσότερο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο. Η αβεβαιότητα έχει πλέον συγκεκριμένο οικονομικό κόστος και η ανθεκτικότητα μετατρέπεται σε βασικό όρο ανταγωνιστικότητας».
Ο Βασίλης Κορκίδης είναι πρόερδος του ΕΒΕΠ