Σε κρίσιμη καμπή βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) μετά το 2028, με την Ελλάδα να στοχεύει στη διατήρηση ή και ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων για τον πρωτογενή τομέα. Οι εξελίξεις εντάσσονται στο πλαίσιο των συζητήσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Αντώνης Φιλιππής, «από τη δημοσίευση των πρώτων προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιούλιο του 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε μια κρίσιμη περίοδο διαπραγμάτευσης, η οποία θα καθορίσει τόσο τις συνολικές δημοσιονομικές ισορροπίες όσο και τις πολιτικές προτεραιότητες της επόμενης προγραμματικής περιόδου».
Εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο των συζητήσεων δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι κοντά στη διατήρηση των πόρων της νέας ΚΑΠ για την περίοδο 2028-2034 σε επίπεδα αντίστοιχα με την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, με συνολικό ποσό 19,3 δισ. ευρώ. Το θέμα της επόμενης ΚΑΠ παραμένει στο επίκεντρο, καθώς επηρεάζει άμεσα τη σταθερότητα του αγροτικού εισοδήματος και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής και ελληνικής γεωργίας τα επόμενα χρόνια.
Στελέχη του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επισημαίνουν ότι η αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ελάχιστο δεσμευμένο ποσό 293,7 δισ. ευρώ για την ΚΑΠ της επόμενης περιόδου. Αυτό διασφαλίζει ότι η αγροτική πολιτική παραμένει διακριτή και προστατευμένη στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η αρχική κατανομή για την Ελλάδα ανέρχεται σε 14,6 δισ. ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό θα επιβεβαιωθεί στην τελική συμφωνία των κρατών-μελών.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι η μεσοπρόθεσμη αναθεώρηση του ΠΔΠ μπορεί να αποφέρει στον ελληνικό πρωτογενή τομέα πρόσθετους πόρους ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ. Η διαπραγμάτευση για το νέο ΠΔΠ βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, θα συγκροτηθεί διυπουργική επιτροπή για τον συντονισμό της ελληνικής θέσης. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων θα εκπροσωπηθεί από τον Αντώνη Φιλιππή και τη γενική γραμματέα Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών, Αργυρώ Ζέρβα.
Η κ. Ζέρβα σημείωσε πως «τα πρώτα αποτελέσματα της συντεταγμένης, μεθοδικής και εντατικής διεκδίκησης των εθνικών μας θέσεων είναι ήδη ορατά, καθώς διασφαλίζεται αφενός η κατοχύρωση σημαντικών πόρων που "κλειδώνουν" σε παρεμβάσεις της ΚΑΠ και αφετέρου πρόσθετες χρηματοδοτικές δυνατότητες μέσω των βελτιωμένων προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».
Η νέα αρχιτεκτονική της ΚΑΠ προβλέπει την κατάργηση των δύο πυλώνων. Βασικός στόχος της ελληνικής πλευράς είναι η διασφάλιση ευνοϊκών όρων τόσο για τις άμεσες ενισχύσεις προς τους παραγωγούς όσο και για τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το πρόσθετο περιθώριο χρηματοδότησης υπέρ των αγροτικών περιοχών μέσω των Εθνικών και Περιφερειακών Εταιρικών Σχεδίων, που εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου το 10%.
Όπως ανέφερε η κ. Ζέρβα, «κεντρική εθνική μας επιδίωξη παραμένει η επαρκής χρηματοδότηση και των δύο Πυλώνων της ΚΑΠ, με ιδιαίτερη έμφαση στον Πυλώνα ΙΙ, ο οποίος στηρίζει κρίσιμες παρεμβάσεις για τη βιωσιμότητα των αγροτικών περιοχών, όπως το LEADER, η αγροτική ανάπτυξη και τα συστήματα γνώσης και καινοτομίας AKIS».
Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη δυνατότητα πρόωρης αξιοποίησης πόρων μέσω της ενδιάμεσης αναθεώρησης του ΠΔΠ από το 2028, όπως έχει ανακοινώσει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η πρόσθετη ευρωπαϊκή ενίσχυση ανέρχεται σε περίπου 45 δισ. ευρώ και θα συνδεθεί με παρεμβάσεις της ΚΑΠ στις αγροτικές περιοχές.
Για την Ελλάδα, η δυνατότητα αυτή εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 δισ. ευρώ συνολικά. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επισημάνει ότι η πρωτοβουλία αυτή «αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα στήριξης των Ελλήνων και Ευρωπαίων αγροτών. Πρόκειται για μια πρόταση που δείχνει ότι η φωνή της Ελλάδας στην Ευρώπη ακούγεται πιο δυνατά και πιο καθαρά», υπογραμμίζοντας ότι «για εμάς το παρόν και το μέλλον του πρωτογενούς τομέα είναι εθνική προτεραιότητα».
Η τελική διαμόρφωση του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου αναμένεται να ολοκληρωθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Η διατήρηση σταθερής και τεκμηριωμένης διαπραγματευτικής παρουσίας θεωρείται κρίσιμη, ώστε η χώρα να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες που διαμορφώνονται για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα.