Σημαντική εξέλιξη για την αγορά εργασίας αποτελεί η «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», η οποία παρουσιάστηκε ως νομοσχέδιο από το υπουργείο Εργασίας. Η συμφωνία αυτή χαρακτηρίστηκε ως ορόσημο από τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους κατά την ακρόασή τους στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, ενώ ταυτόχρονα καταγράφηκαν ενστάσεις και αποχωρήσεις από κόμματα της αντιπολίτευσης λόγω μη πρόσκλησης συγκεκριμένων φορέων.
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επεσήμανε πως οι προσκλήσεις των φορέων ακολουθούν τον Κανονισμό της Βουλής και αποτελούν απόφαση της Επιτροπής, όχι του εκάστοτε υπουργού. Υπογράμμισε ότι το νομοσχέδιο αφορά αποκλειστικά τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τη διαδικασία σύναψης και επέκτασής τους, καθώς και τη λειτουργία του ΟΜΕΔ. Παράλληλα, απέρριψε τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης ότι η συζήτηση αποπροσανατολίζεται από την ουσία του νομοσχεδίου.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, εκπρόσωποι του ΚΚΕ, της Νέας Αριστεράς και της Πλεύσης Ελευθερίας αποχώρησαν από τη διαδικασία, διαμαρτυρόμενοι για τον αποκλεισμό συγκεκριμένων εργατικών φορέων. Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Χρήστος Κατσώτης κατήγγειλε αποκλεισμούς οργανώσεων με ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση συλλογικών συμβάσεων, ενώ η Θεανώ Φωτίου της Νέας Αριστεράς ζήτησε αναβολή της ακρόασης και διεύρυνση των προσκλήσεων. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η Τζώρτζια Κεφαλά από την Πλεύση Ελευθερίας, κάνοντας λόγο για «αποκλεισμό της φωνής των πολιτών».
Η προεδρεύουσα Μίκα Τσαμπίκα διευκρίνισε ότι η επιλογή των φορέων γίνεται από το προεδρείο και πως όλες οι τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν προσκληθεί. Όποιος άλλος φορέας επιθυμεί, μπορεί να αποστείλει υπόμνημα με τις θέσεις του στα μέλη της Επιτροπής.
Οι τοποθετήσεις των κοινωνικών εταίρων
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, χαρακτήρισε τη συμφωνία «βήμα προς τη βελτίωση της κατάστασης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας», σημειώνοντας ότι αποτέλεσε προϊόν δύσκολου διαλόγου και ομόφωνης έγκρισης από τη διοίκηση της Συνομοσπονδίας (πλην των μελών του ΚΚΕ). Τόνισε ότι η συμφωνία προσεγγίζει το ισπανικό πρότυπο και συμβάλλει στην αποκατάσταση του συλλογικού εργατικού δικαίου, αν και δεν καλύπτει πλήρως το ζήτημα του κατώτατου μισθού.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, μίλησε για «ιστορική στιγμή» και «πραγματική τομή» που ενισχύει τον κοινωνικό διάλογο και δημιουργεί ένα αξιόπιστο πλαίσιο διαπραγματεύσεων μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων. Επεσήμανε τη σημασία των ρυθμίσεων για τα μητρώα εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και την ενίσχυση του θεσμού της μετενέργειας.
Από την πλευρά της ΓΣΕΒΕΕ, ο Γιώργος Καββαθάς τόνισε ότι η συμφωνία αποτελεί προϊόν ουσιαστικού διαλόγου και υπογράμμισε τη σημασία της ύπαρξης κλαδικών συμβάσεων εργασίας για την πραγματική αύξηση των μισθών. Εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκειά του για τις αμφισβητήσεις της αντιπολίτευσης σχετικά με την εκπροσώπηση του κλάδου.
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, χαρακτήρισε τη συμφωνία ως «τομή για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων», επισημαίνοντας ότι ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ κοινωνικών εταίρων και κράτους και ευθυγραμμίζει την αγορά εργασίας με τις ανάγκες της οικονομίας.
Ανάλογες θετικές τοποθετήσεις υπήρξαν και από τους προέδρους του ΣΕΤΕ και του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος, οι οποίοι υπογράμμισαν τη σημασία της συμφωνίας για τη σταθερότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Ο πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ελλάδος, Ιωάννης Παϊδας, σημείωσε ότι το νομοσχέδιο αποτελεί προϊόν θεσμικού κοινωνικού διαλόγου και ενισχύει τη νομιμοποίησή του, ενώ ο πρόεδρος του ΟΜΕΔ, Κυριάκος Οικονόμου, εκτίμησε πως οι ρυθμίσεις θα επιταχύνουν την επίλυση διαφορών στον οργανισμό.
Η συζήτηση του νομοσχεδίου θα συνεχιστεί με ψηφοφορία επί της Αρχής και ανάλυση των άρθρων στη Βουλή.