Την επιτάχυνση της λειτουργίας του πρώτου κόμβου επιστροφών μεταναστών στην Αφρική επιδιώκει ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης, όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο Politico. Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο συνεργασίας του Core Group, το οποίο περιλαμβάνει τη Δανία, την Αυστρία, την Ελλάδα, τη Γερμανία και την Ολλανδία.
Σύμφωνα με τον κ. Πλεύρη, το Core Group στοχεύει στην υλοποίηση ενός πιλοτικού προγράμματος για την επιστροφή αιτούντων άσυλο, των οποίων οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί, σε χώρες εκτός της ΕΕ έως το πρώτο εξάμηνο του 2027. Ο ίδιος σημειώνει ότι το εγχείρημα πρέπει να είναι πλήρως λειτουργικό μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του έτους, χρονική συγκυρία που συμπίπτει με την ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Ελλάδα τον Ιούλιο.
Ο υπουργός ξεκαθαρίζει ότι το σχέδιο δεν περιλαμβάνει τη δημιουργία εγκαταστάσεων επιστροφής, αλλά τον καθορισμό χωρών υποδοχής για τις επιστροφές. Όπως ανέφερε, «Δεν μιλάμε για κέντρα με την έννοια ότι κάποιος του οποίου η αίτηση ασύλου απορρίπτεται στέλνεται σε κλειστή εγκατάσταση σε τρίτη χώρα». Επεσήμανε επίσης: «Εάν η αίτηση ασύλου σας έχει απορριφθεί, θα επιστρέψετε είτε στη χώρα καταγωγής σας είτε σε μια τρίτη χώρα εκτός ΕΕ».
Το Politico, επικαλούμενο δύο διπλωμάτες της ΕΕ, αναφέρει ότι η πρώτη συμφωνία αναμένεται να συναφθεί με τη Ρουάντα, ενώ εξετάζονται ακόμη η Ουγκάντα και το Ουζμπεκιστάν. Ο κ. Πλεύρης δεν κατονομάζει συγκεκριμένες χώρες, αλλά τονίζει ότι οι χώρες υπό εξέταση διαθέτουν ήδη μεγάλους μεταναστευτικούς πληθυσμούς και δομές φιλοξενίας, ενώ το Core Group είναι ανοιχτό σε διάφορα μοντέλα συνεργασίας, από καταυλισμούς έως προγράμματα ένταξης.
Παράλληλα, τα μέλη του Core Group βρίσκονται σε διαβουλεύσεις με διεθνείς οργανισμούς για τη θέσπιση διαδικασιών παρακολούθησης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις τρίτες χώρες όπου θα επιστρέφονται οι μετανάστες. Όπως επισημαίνει ο υπουργός, «Προφανώς, δεν πρόκειται να μεταθέσουμε αυτήν την ευθύνη αλλού», συμπληρώνοντας ότι «η ευθύνη βαρύνει από κοινού τις πέντε χώρες».