Η υποβολή των τελευταίων αιτημάτων πληρωμής συνολικού ύψους 6,75 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 4,4 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της ελληνικής προσπάθειας για την έγκαιρη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Με αυτό το βήμα, η Ελλάδα προχωρά στην τελική φάση αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, όπως ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια επίσκεψης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου.
Ο πρωθυπουργός παρέστη στην ηλεκτρονική υποβολή των αιτημάτων για εκταμίευση των πόρων που δικαιούται η χώρα στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0». Τα δύο αιτήματα περιλαμβάνουν συνολικά 123 ορόσημα και στόχους, ολοκληρώνοντας έτσι τη διαδικασία υποβολής των αιτημάτων πληρωμής από την Ελλάδα. Παράλληλα, δύο προηγούμενα αιτήματα βρίσκονται υπό αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα οποία, εφόσον εγκριθούν, θα οδηγήσουν σε επιπλέον εκταμίευση 4,55 δισ. ευρώ.
Με την ολοκλήρωση όλων των απαιτούμενων διαδικασιών, η Ελλάδα αναμένεται να λάβει το σύνολο των πόρων που της αναλογούν από το Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους 35,95 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, πρόκειται για το υψηλότερο ποσό αναλογικά με το ΑΕΠ μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνει μια πενταετή πορεία, κατά την οποία η Ελλάδα υλοποίησε συνολικά 376 ορόσημα και στόχους, συνδέοντας τις εκταμιεύσεις με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η διαδικασία δημιούργησε σημαντική τεχνογνωσία στη δημόσια διοίκηση, καθώς απαιτήθηκε συντονισμός μεταξύ υπουργείων και υπηρεσιών. Όπως επισήμανε, «οι μεγάλοι ωφελημένοι τελικά είναι οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, οι οποίοι βλέπουν ότι τελικά δεν χάθηκε ούτε ένα ευρώ».
Ο πρωθυπουργός ανέδειξε τη σημασία της παρακαταθήκης που αφήνει το Ταμείο σε επίπεδο δημόσιας διοίκησης, σημειώνοντας ότι η διοίκηση απέκτησε εσωτερική τεχνογνωσία για την υλοποίηση σύνθετων έργων με αυστηρά χρονοδιαγράμματα και στόχους. Η αλλαγή, όπως υπογράμμισε, αφορά τόσο τη γνώση των διαδικασιών όσο και τη δημιουργία μιας νέας διοικητικής κουλτούρας, βασισμένης σε στόχους, αξιολόγηση και μέτρηση αποτελεσμάτων.
Το ελληνικό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» σχεδιάστηκε με βάση σαφείς στόχους και χρονοδιαγράμματα, περιλαμβάνοντας παρεμβάσεις στην οικονομία και στη λειτουργία του κράτους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επεσήμανε ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος αποτελεί αφετηρία για αξιοποίηση της αποκτηθείσας τεχνογνωσίας και στα επόμενα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Ευχαρίστησε τα στελέχη που εργάστηκαν για την υλοποίηση του προγράμματος, τονίζοντας ότι «το γεγονός ότι αυτή πια η τεχνογνωσία είναι εσωτερική τεχνογνωσία της ελληνικής διοίκησης» αποτελεί σημαντική κατάκτηση για τη χώρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η υλοποίηση του «Ελλάδα 2.0» συνέβαλε στην άνοδο του πραγματικού ΑΕΠ κατά 11 μονάδες έως το 2025, στη δημιουργία σχεδόν 600.000 θέσεων εργασίας και στην αύξηση των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 60%. Το κυβερνητικό επιτελείο αποδίδει στο Ταμείο σημαντικό μέρος της επενδυτικής και μεταρρυθμιστικής κινητοποίησης των τελευταίων ετών, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις του προγράμματος θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία και μετά το τέλος της περιόδου χρηματοδότησης.
Σημαντικό τμήμα των πόρων κατευθύνθηκε σε έργα που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Στην υγεία, το πρόγραμμα περιέλαβε την αναβάθμιση περισσότερων από 200 δημόσιων νοσοκομείων και κέντρων υγείας, καθώς και την ανάπτυξη δωρεάν προληπτικών εξετάσεων. Στον τομέα της εργασίας εφαρμόστηκε η ψηφιακή κάρτα εργασίας, ενώ στη φορολογία συνδέθηκαν σχεδόν 500.000 ταμειακές μηχανές και POS με την ΑΑΔΕ. Στην εκπαίδευση, το πρόγραμμα χρηματοδότησε την εγκατάσταση διαδραστικών πινάκων στα δημόσια σχολεία και τη λειτουργία του δωρεάν Ψηφιακού Φροντιστηρίου. Παράλληλα, σημαντικές χρηματοδοτήσεις διατέθηκαν για την επέκταση και αναβάθμιση των ψηφιακών υπηρεσιών του Δημοσίου μέσω του gov.gr.