Το υπουργείο Πολιτισμού ανακοινώνει την έναρξη του έργου παράκτιας προστασίας του δυτικού επιθαλάσσιου τείχους του Κάστρου Μεθώνης, ενός από τα πλέον σημαντικά οχυρωματικά σύνολα στη χώρα. Σύμφωνα με σχετική ενημέρωση, οι απαραίτητες μελέτες για την αποκατάσταση των δυτικών και ανατολικών τειχών, της Ακρόπολης και του επιθαλάσσιου οχυρού Μπούρτζι ολοκληρώθηκαν το 2021, στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του Δήμου Πύλου-Νέστορος. Η χρηματοδότηση προέρχεται από το πρόγραμμα της Περιφέρειας Πελοποννήσου 2021-2027, ενώ η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων έχει αναλάβει την υλοποίηση. Το έργο αποκατάστασης και ανάδειξης του δυτικού τείχους, με προϋπολογισμό 1.700.000 ευρώ, χρηματοδοτείται από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του υπουργείου Πολιτισμού.
Το δυτικό επιθαλάσσιο τείχος, που χρονολογείται από τον 13ο αιώνα με επεμβάσεις από τον 15ο αιώνα και έπειτα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μεσαιωνικής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Διαθέτει ευθύγραμμα τείχη και πύργους, αναπτύσσεται κατά μήκος της ακτογραμμής και έχει υποστεί σημαντικές φθορές λόγω της έντονης κυματικής δράσης. Οι φθορές περιλαμβάνουν διάβρωση, αποσάθρωση λίθων, αποδιοργάνωση της λιθοδομής, ρηγματώσεις και καταρρεύσεις τμημάτων της τοιχοποιίας. Στο τείχος έχουν εντοπιστεί πέντε κύριοι κρατήρες και περιοχές κατάρρευσης, που προέρχονται είτε από βομβαρδισμούς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, είτε από έντονες βροχοπτώσεις και τη δράση των κυμάτων.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε ότι το Κάστρο της Μεθώνης, ως προέχον βυζαντινό μνημείο, φέρει ιστορικά στοιχεία από φραγκική, ενετική και οθωμανική κυριαρχία. Η ιδιαίτερη γεωγραφική του θέση και η σχέση των τειχών με τη θάλασσα αποτελούν βασικά στοιχεία της ταυτότητάς του, αλλά το καθιστούν ευάλωτο στην κυματική δράση. Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης, ωστόσο, το 2021 εντοπίστηκαν νέες βλάβες, απαιτώντας επιπλέον μέτρα προστασίας. Η έγκριση της ακτομηχανικής και περιβαλλοντικής μελέτης σηματοδοτεί σημαντική πρόοδο για την αποτελεσματική προστασία του δυτικού επιθαλάσσιου τείχους. Η λύση περιλαμβάνει την κατασκευή υφάλου-κυματοθραύστη, που θωρακίζει το μνημείο χωρίς να αλλοιώνει τον χαρακτήρα του, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις της περιοχής, η οποία ανήκει στο δίκτυο Natura 2000. Η προστατευόμενη παράκτια ζώνη εκτείνεται σε μήκος περίπου 450 μέτρων, καλύπτοντας σχεδόν όλη τη νοτιοδυτική ακτογραμμή της χερσονήσου του Αγίου Νικολάου.
Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, η ακτομηχανική μελέτη προβλέπει την κατασκευή συνεχούς υφάλου κυματοθραύστη μήκους 485 μέτρων, σε απόσταση από την ακτή και σε κατάλληλο βάθος, ώστε να μειώνεται η ένταση των κυμάτων πριν αυτά φτάσουν στο τείχος. Έτσι προστατεύεται το ευάλωτο τμήμα μεταξύ των πύργων, χωρίς να αλλοιώνεται ο επιθαλάσσιος χαρακτήρας του μνημείου. Ο κυματοθραύστης σχεδιάζεται εξ ολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, αποφεύγοντας εκσκαφές κοντά στα τείχη.
Κατά την εκπόνηση της περιβαλλοντικής μελέτης δόθηκε έμφαση στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς το έργο χωροθετείται εντός προστατευόμενης περιοχής του δικτύου Natura 2000, στη θαλάσσια περιοχή του Στενού της Μεθώνης. Η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της μελέτης, με πρόβλεψη ώστε τα έργα να χωροθετηθούν εκτός των περιοχών του θαλάσσιου πυθμένα όπου υπάρχουν λιβάδια του προστατευόμενου είδους Posidonia oceanica, αποτρέποντας τυχόν επιπτώσεις σε αυτό το σημαντικό οικοσύστημα.