Το ράλι των τιμών ενέργειας που πυροδοτεί ο πόλεμος με το Ιράν εξελίσσεται πλέον σε γενικευμένο οικονομικό σοκ, με το πετρέλαιο να επιστρέφει σε επίπεδα κρίσης, τις αγορές να τιμολογούν σενάρια παρατεταμένης αστάθειας και τις επιχειρήσεις να προειδοποιούν ότι το κύμα ανατιμήσεων μόλις ξεκίνησε.
Καθώς εντείνεται η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και Στενό του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ενεργειακής ροής — παραμένει κλειστό επί πεντε εβδομάδες, η αγορά ενέργειας μετατρέπεται σε βασικό πυρήνα παγκόσμιου ρίσκου.
Οι τιμές σε τροχιά κρίσης
Το σοκ αποτυπώνεται ήδη στις τιμές του πετρελαίου, με το Brent να κινείται λίγο πάνω από τα 109 δολάρια το βαρέλι, με ενδοσυνεδριακά υψηλά άνω των 111, και το WTI να έχει ξεπεράσει τα 111–112 δολάρια.
Παρά τις έντονες διακυμάνσεις, η αγορά δεν αντιμετωπίζει πλέον την άνοδο ως ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά ως ένα νέο καθεστώς τιμών, ενσωματώνοντας ένα διαρκές γεωπολιτικό premium.
Ενδεικτικό είναι ότι τα παράγωγα πετρελαίου αποτιμούν αυξημένες πιθανότητες για κίνηση ακόμη και προς τα 120 δολάρια το βαρέλι μέσα στον Απρίλιο, εάν η κρίση παραταθεί.
«Δεν είναι οι τιμές, αλλά οι φυσικές ροές»
Σύμφωνα με το CNBC, κορυφαία στελέχη του κλάδου που μίλησαν στο συνέδριο CERAWeek στο Χιούστον δίνουν μια σαφώς πιο ανησυχητική εικόνα από αυτή που δείχνουν οι αγορές.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ConocoPhillips, Ράιαν Λανς, προειδοποίησε ότι «δεν μπορείς να αφαιρέσεις 8 έως 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα και περίπου το 20% της αγοράς LNG χωρίς σοβαρές συνέπειες», ενώ στο ίδιο πνεύμα ο επικεφαλής της Shell, Γουάελ Σαουάν, τόνισε ότι «δεν είναι οι τιμές που έχουν σημασία, αλλά οι φυσικές ροές», υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα αφορά ήδη την πραγματική διαθεσιμότητα ενέργειας και όχι μόνο τις προσδοκίες των αγορών.
Οι προειδοποιήσεις αυτές ενισχύουν τον φόβο ότι, αν η κρίση παραταθεί, η Ευρώπη και η Ασία μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πραγματικές ελλείψεις καυσίμων, καθώς οι ενεργειακές ροές έχουν ήδη αρχίσει να διαταράσσονται.
Ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης, η αποκατάσταση της ομαλής τροφοδοσίας εκτιμάται ότι μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες ή και μήνες, γεγονός που ενισχύει τον κίνδυνο παρατεταμένης πίεσης στις αγορές.
Το σοκ περνά στην πραγματική οικονομία
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο. Οι πιέσεις είναι ακόμη εντονότερες σε jet fuel, diesel και βενζίνη, με τις ελλείψεις να ξεκινούν ήδη από την Ασία και να αναμένεται να επηρεάσουν περισσότερο την Ευρώπη μέσα στον Απρίλιο.
Ο επικεφαλής της TotalEnergies, Πατρίκ Πουγιανέ, προειδοποίησε ότι οι συνέπειες για τους καταναλωτές μπορεί να είναι «πολύ, πολύ δραματικές» εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.
Την ίδια στιγμή, η κρίση επεκτείνεται και πέρα από τα καύσιμα, αγγίζοντας την αγορά πετροχημικών και ένα ευρύ φάσμα προϊόντων καθημερινής χρήσης, από πλαστικά και συσκευασίες έως τρόφιμα, απορρυπαντικά και ιατρικά είδη.
Ήδη, σύμφωνα με επιχειρήσεις του κλάδου, οι τιμές πρώτων υλών έχουν αυξηθεί έως και 15%, με τις επιπτώσεις να μεταφέρονται σταδιακά στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής.
Η Moody’s εκτιμά ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε ένα δεύτερο κύμα πληθωρισμού, ακόμη και σε βασικά καταναλωτικά αγαθά, το οποίο δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα ράφια.
Πληθωρισμός, κοινωνική πίεση και ο κίνδυνος ύφεσης
Παράλληλα, το Bloomberg αναδεικνύει και τη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, όπου η άνοδος των τιμών καυσίμων μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική πίεση. Κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές μεταξύ επιδοτήσεων και μετακύλισης του κόστους στους πολίτες, σε ένα περιβάλλον ήδη αυξημένου πληθωρισμού.
Στη Χιλή, η άνοδος των τιμών εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και προκαλεί κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ στην Αργεντινή και τον Παναμά οι αυξήσεις έχουν ήδη οδηγήσει σε παρεμβάσεις πολιτικής.
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η αγορά δεν ανησυχεί απλώς για μια πρόσκαιρη άνοδο του πετρελαίου, αλλά για ένα πιο επίμονο και βαθύ ενεργειακό σοκ που μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας την κατανάλωση, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και αυξάνοντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης ή ακόμη και ύφεσης.
Ακόμη και αν υπάρξει σχετικά γρήγορη αποκλιμάκωση της έντασης, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι τιμές δύσκολα θα επιστρέψουν άμεσα στα προπολεμικά επίπεδα, καθώς κράτη και επιχειρήσεις θα κινηθούν για την αναπλήρωση αποθεμάτων, ανεβάζοντας τη νέα «βάση» της αγοράς ενέργειας.