Φώτο: Shutterstock

Πότε αίρεται η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου

Η ομάδα του νομικού γραφείου Cremer & Partners αναλύει στο Business Daily την άρση αυτοτέλειας του νομικού προσώπου με βάση τις διατάξεις των νόμων και τις δικαστικές αποφάσεις.

Σε συνέχεια προηγούμενου άρθρου της ομάδας μας σχετικά με την ευθύνη μελών ΔΣ στις ανώνυμες εταιρείες, προέκυψε το ερώτημα σχετικά με το πού εξαντλείται αυτή και ποιο είναι το καθεστώς κατά το οποίο τα φυσικά πρόσωπα - μέτοχοι ή εταίροι υφίστανται συνέπειες από τυχόν ενέργειες του νομικού προσώπου εταιρείας.

Η Ελλάδα εισήλθε, τυπικά, στον κόσμο των νομικών προσώπων με την θέσπιση του νόμου 2190 «περί ανωνύμων εταιρειών», το έτος 1920.  Με την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, στις 23 Φεβρουαρίου 1946, προσδιορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα πλαίσια λειτουργίας των εταιρειών, ενώ με την ψήφιση του νόμου 3190 του 1955 δημιουργήθηκε η δυνατότητα συστάσεως Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης. Ακολούθησε η θέσπιση της Ναυτικής Εταιρείας, τελευταίο δε βασικό νομοθέτημα είναι ο νόμος 4072 του 2012 περί Ι.Κ.Ε.

Η απονομή της νομικής προσωπικότητας σε ενώσεις προσώπων ή ομάδων περιουσίας, αποτελεί συνέπεια εφαρμογής κανόνα δικαίου και αποτέλεσμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εκτιμήσεων. Με τη νομική προσωπικότητα εξυπηρετούνται κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, όπως η εξειδίκευση και ο καταμερισμός των κινδύνων στην άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, με σχεδόν αυτονόητη συνέπεια τον περιορισμό της προσωπικής ευθύνης, τη μείωση του κόστους λειτουργίας αλλά και τη δυνατότητα συμμετοχής στην αγορά.

Το ζήτημα της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των κεφαλαιουχικών -κυρίως- εταιρειών έχει αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα μόνο μέσω δικαστικών αποφάσεων,  με τις οποίες επιλύθηκαν ad hoc περιπτώσεις και μόνο. Με την έκδοση των αποφάσεων αυτών καλύπτεται ένα μεγάλο φάσμα υποθέσεων που αφορούν στις εμπορικές, αστικές, φορολογικές και διοικητικές υποθέσεις. 

Βασική αρχή ύπαρξης του νομικού προσώπου αποτελεί η περιουσιακή αυτοτέλειά του έναντι των μετόχων, εταίρων, μελών κλπ. αυτού. Ως εξαίρεση του κανόνα αυτού θεωρείται η ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων για την εξόφληση των χρεών  των προσωπικών εταιρειών ακόμη και με την προσωπική περιουσία τους καθώς και η ευθύνη των μελών συνεταιρισμού. 

Ωστόσο, ο διαχωρισμός νομικού προσώπου και εταίρων μπορεί να ανατραπεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 281, 200 και 288 Α.Κ. και να επέλθει ταύτιση νομικού προσώπου και μελών. Η περίσταση αυτή έχει τύχει εφαρμογής επανειλημμένα σε περιπτώσεις εταιρειών που είναι αφερέγγυες, μετά από αίτημα, κυρίως, πιστωτών Α.Ε. και Ε.Π.Ε., οπότε οι μέτοχοι ή εταίροι έχουν υποχρεωθεί αντιστοίχως, να καλύψουν τις οφειλές των νομικών προσώπων στα οποία συμμετέχουν. 

Γενεσιουργός αιτία του φαινομένου αυτού είναι οι οικονομικές συνθήκες που προσδιορίζουν την εικόνα της Ελλάδος όχι μόνο κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης αλλά ανέκαθεν. Είναι γενικά αποδεκτό ότι γνήσιες κεφαλαιουχικές εταιρείες στη χώρα μας είναι ελάχιστες, συνεπώς, είναι κοινός τόπος ότι φυσικά πρόσωπα επιδιώκουν την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας υπό το κάλυμμα νομικού προσώπου, του οποίου η επιλογή γίνεται με δύο, κατ’ αρχάς, σκοπούς.

Δηλαδή, πώς θα αποφευχθεί η υψηλή φορολογία της επιχειρήσεως και πώς δεν θα διακινδυνεύσει η ατομική περιουσία του επιχειρηματία. Στοιχειώδης απόδειξη περί του ότι τα επιλεγόμενα νομικά πρόσωπα είναι «προσωπικές» Α.Ε., Ε.Π.Ε. και κατά τα τελευταία έτη Ι.Κ.Ε., είναι το ότι κύριος μέτοχος ή βασικός εταίρος είναι ο «εμπνευστής» της επιχειρήσεως, οι στενοί συγγενείς κατέχουν ελάχιστα μερίδια, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων απαρτίζονται, συνήθως, από τα μέλη της εν στενή εννοία οικογένειας του επιχειρηματία.

Μάλιστα, κατά το παρελθόν (πρόσφατο και απώτερο) έχει διαπιστωθεί να ασκούν καθήκοντα προέδρου ή μελών Δ.Σ. ή διαχειριστών άτομα υπέργηρα ή με μηδενική ατομική περιουσία, συνήθως γονείς ή πρόσωπα απολύτου εμπιστοσύνης του ιδρυτή και απολύτως ελεγχόμενα από αυτόν.

Αιτία της τοποθετήσεως τέτοιων προσώπων είναι η ελαχιστοποίηση στο πρόσωπό τους οποιωνδήποτε ποινικών συνεπειών, καθώς και η αδυναμία των πιστωτών, του Δημοσίου αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων, όπως εισπράξουν τις απαιτήσεις τους.

Η πρακτική αυτή είχε και έχει οδηγήσει τις τράπεζες, μεταξύ άλλων, στο να υποχρεώνουν τους επιχειρηματίες, κατά τη σύναψη δανειακών συμβάσεων, όπως οι ίδιοι εγγυώνται και ατομικά για την τήρηση των όρων της σύμβασης. Η δέσμευση των επιχειρηματιών ως εγγυητών, δεν συνεπάγεται την άνευ άλλου εξασφάλιση των τραπεζών, δεδομένου ότι το ύψος της δανειακής συμβάσεως μπορεί να υπερβαίνει την ατομική περιουσία των εγγυητών, αποτελεί όμως, ένα πρόσθετο στοιχείο εξασφάλισης και πίεσης των τραπεζών προς τους δανειζομένους. 

Ως αντίλογος, στα όσα προαναφέρθηκαν, είναι το γεγονός ότι το νομικό πρόσωπο είναι φορέας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων προσώπων, όπως των εργαζομένων, και κατά συνέπεια το αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμήσει τα δεδομένα αυτά, τα οποία θέτουν περιορισμούς στην άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων. Πέραν των όσων προαναφέρθηκαν και παρά την έλλειψη ευθείας και συνολικής νομοθετικής ρυθμίσεως, ο Έλληνας νομοθέτης έχει θέσει εμμέσως πλην σαφώς, όπως σήμερα ισχύουν, διατάξεις από τις οποίες προκύπτει η πρόθεση της άρσης της νομικής αυτοτέλειας αυτών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε το άρθρο 52 (πρώην 17) του νόμου περί Α.Ε., όπου τίθεται εκ του νόμου η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο ταυτίζεται με τους μετόχους του. Επίσης, το ίδιο ισχύει και προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 32 του νόμου περί Ε.Π.Ε., έστω και εν μέρει, ως προς την ταύτιση της εταιρείας με τους εταίρους της, όσον αφορά την προστασία των πιστωτών. Δηλαδή, προκειμένου να προστατευθούν και εξασφαλιστούν οι πιστωτές της εταιρείας, παραβλέπεται η αρχή του διαχωρισμού της εταιρείας από τους εταίρους.

Περαιτέρω, άλλες διατάξεις που οδηγούν σε ακυρότητα του νομικού προσώπου καθώς και τα άρθρα 939 Α.Κ. επομ. ως και η εφαρμογή του άρθρου 914 Α.Κ., ωθούν προς την κατεύθυνση της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Μάλιστα, η κατά το ελληνικό Δίκαιο ευθύνη αποζημίωσης των δανειστών και πιστωτών του νομικού προσώπου από τα όργανα διοίκησης και διαχείρισης αυτού σε περίπτωση πτώχευσής του, με βάση το άρθρο 914 Α.Κ. και τις ειδικές διατάξεις περί απλής ή δόλιας χρεοκοπίας, κατατείνουν στην σχετική άρση.

Όπως προελέχθη, δεν λείπουν οι διατάξεις που για την προστασία των δανειστών υποδεικνύουν ευθέως την άρση της αυτοτέλειας και την ευθύνη του μέλους, όταν κατά κανόνα ευθύνη του δεν προβλέπεται, όπως στην περίπτωση της μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε. Αντιθέτως, η νομολογία έχει αποφανθεί ότι η συγκέντρωση όλων των μετοχών ανωνύμου εταιρείας σε έναν μέτοχο δεν αποτελεί κριτήριο για την άρση. 

Δύο ιστορικές δικαστικές αποφάσεις

Eδώ, κρίνεται χρήσιμο όπως παραθέσουμε δύο παραδείγματα εντελώς διαφορετικών υποθέσεων, ώστε να καταστεί πιο κατανοητή η διαδικασία με την οποία μπορούν να κρίνουν τα ελληνικά δικαστήρια:

1. Το 1983 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 425/83 απόφασή της επί θέματος που αφορούσε κτήση ακινήτου σε παραμεθόρια περιοχή από εταιρεία η οποία είχε μεν έδρα εντός Ελλάδος αλλά η εταιρική της σύνθεση απετελείτο από αλλοδαπούς. 

Η απόφαση αυτή ήταν καθοριστικής σημασίας, κατά την εποχή εκείνη, για το αν μπορεί να αποκτήσει αλλοδαπός, υπό το εταιρικό κάλυμμα, ακίνητο στην Ελλάδα. Το ζήτημα ήταν πάρα πολύ σημαντικό, με συνέπεια μετά από δύο χρόνια να ψηφιστεί νόμος που ρύθμισε το ζήτημα και ο οποίος αφορούσε όλες τις δικαιοπραξίες που είχαν γίνει μέχρι την έναρξη της ισχύος του. Ειδικότερα επρόκειτο για την αγορά στην Κέρκυρα ακινήτου από μέλη μιας των παλαιοτέρων και ισχυροτέρων οικογενειών της Ευρώπης στον τραπεζικό και επιχειρηματικό τομέα. 

Στην απόφασή του αυτή για την απόκτηση ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές από εταιρεία (Ε.Π.Ε.) που είχε την έδρα της στην Ελλάδα αλλά ελεγχόταν (κατά το κεφάλαιο) από αλλοδαπούς εταίρους, ο ΑΠ προκειμένου να θεωρήσει καταλαμβανόμενη από τη σχετική απαγόρευση τη συγκεκριμένη απόκτηση ακινήτου δεν κατέφυγε στο σχήμα της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Προσδιόρισε την έδρα της εταιρείας όχι κατά την έννοια της ΑΚ 10 αλλά με βάση τη θεωρία του ελέγχου, σύμφωνα με την οποία για τον προσδιορισμό της εθνικότητας του νομικού προσώπου αποβλέπουμε στην ιθαγένεια των μελών του.

Η περίπτωση αυτή εντάσσεται στον κύκλο των περιπτώσεων της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ανεξάρτητα από το ζήτημα της ειδικότερης θεμελίωσης της άρσης που πράγματι είναι η καταστρατήγηση των απαγορευτικών διατάξεων για την απόκτηση ακινήτων από αλλοδαπούς σε παραμεθόριες περιοχές είτε η κατάχρηση θεσμού, δηλ. της εταιρείας, προς την κατεύθυνση της άρσης της σχετικής απαγόρευσης. 

2. Στη δεύτερη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1058/87 απόφασή του με την οποία επιλύθηκε κατά τρόπο έμμεσο αλλά απολύτως σαφή η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, υπό την έννοια του καταλογισμού των συνεπειών όχι μόνο στο νομικό πρόσωπο αλλά και στον μέτοχο, όπως αυτός προσδιορίζεται στην απόφαση με τη μετοχική του θέση. Το ζήτημα που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το αν μέτοχος ναυτιλιακής εταιρείας που κατέχει το μέγιστο μέρος των μετοχών της επηρεάζει την ύπαρξη αυτής καθ’ εαυτής της εταιρείας, δηλαδή αν η εταιρεία εξαρτάται από αυτόν.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ιστορικό, μία τράπεζα είχε δανείσει μια ναυτιλιακή εταιρεία με έδρα τον Παναμά που αποτελούσε μέλος ενός ομίλου ναυτιλιακών εταιρειών (με έδρα Παναμά ή την Λιβερία) στις οποίες ανήκαν πλοία με ελληνική σημαία. Εγγυητής του δανείου ήταν μέτοχος των εταιρειών αυτών. Το δάνειο δεν πληρώθηκε και η δανείστρια κατέθεσε αίτηση πτώχευσης του εγγυητή που δεν πλήρωνε το χρέος.

Ο ΑΠ ελέγχοντας την εφετειακή απόφαση έθεσε ως μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του τις εξής σκέψεις: Πρώτον τις διατάξεις του αρθρ. 1 του ΕμπΝ για την έννοια του εμπόρου και του άρθ. 2 το βδ της 2/14 Μαΐου 1835 «Περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων» που χαρακτηρίζει ως εμπορική πράξη «πάσαν επιχείρησιν μετακομίσεως δια γης ή ύδατος». Ερμηνεύοντας αυτές τις διατάξεις δέχτηκε ότι έμπορος είναι όχι μόνο ο πλοιοκτήτης αλλά και ο μέτοχος ναυτιλιακής επιχείρησης «η οικονομική δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην εκμετάλλευση και εν γένει διαχείριση πλοίων, όταν κατέχει το σύνολο των μετοχών της επιχείρησης ή το μεγαλύτερο μέρος τους, ώστε από τη συμμετοχή του στην επιχείρηση να εξαρτάται η εξακολούθηση των εργασιών της ή αυτή η ύπαρξή της». 

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση του συγκεκριμένου θέματος μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις της άρσης της αυτοτέλειας δεν μπορεί παρά να αναζητηθούν, όταν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση, στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 281, 288, 929 κ.α.) ή στην ερμηνεία των εκάστοτε εφαρμοστέων διατάξεων νόμου ή συμβάσεως. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας. Δηλ. με βάση το σκοπό του κανόνα δικαίου ή την ερμηνεία της σύμβασης (ΑΚ 173, 200) είναι δυνατός κατά περίπτωση ο καταλογισμός νομικών συνεπειών είτε στο νομικό πρόσωπο (διατήρηση της αυτοτέλειας) είτε στα μέλη του (άρση της αυτοτέλειας). Πάντως, όριο της εσωτερικής άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου – κυρίως υπέρ των μελών – αποτελεί σε κάθε περίπτωση η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. 

Το άρθρο επιμελήθηκε η ομάδα του νομικού γραφείου Cremer & Partners. 

www.cremer-law.com 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψηφιακός Μετασχηματισμός και Αλυσίδες Αξίας εν μέσω πανδημίας

Άγγελος Τσακανίκας και Πέτρος Δήμας γράφουν στο Business Daily για την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, τις αλλαγές στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και τις ευκαιρίες για τις ελληνικές βιομηχανίες.
ΑΠΟΨΕΙΣ

Πανδημία και οικονομικό κόστος: Μετάβαση σε νέα Εποχή;»,

Τις προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία εξαιτίας της επιδημίας και τον κίνδυνο να οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης αναλύει σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Grant Thornton, ο πρόεδρος της εταιρίας Νικόλαος Καραμούζης.