Η κυβέρνηση της Καμπότζης διαβεβαίωσε την Ταϊλάνδη ότι τα πρόσφατα πυρά προς το έδαφός της οφείλονταν σε ατύχημα, σύμφωνα με ανακοίνωση του ταϊλανδικού στρατού. Λίγο νωρίτερα, ο ταϊλανδικός στρατός είχε κατηγορήσει τις ένοπλες δυνάμεις της γειτονικής χώρας για παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός, ύστερα από επίθεση με ολμοβόλα σε παραμεθόρια περιοχή που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός στρατιώτη.
Όπως αναφέρεται σε νεότερη ανακοίνωση των ταϊλανδικών ενόπλων δυνάμεων, «στρατιωτική μονάδα στην περιοχή δέχθηκε επικοινωνία από την καμποτζιανή πλευρά, που τη διαβεβαίωσε πως δεν είχε καμιά πρόθεση να ανοίξει πυρ εναντίον του ταϊλανδικού εδάφους κι ότι το συμβάν προκλήθηκε από επιχειρησιακό λάθος».
Σύμφωνα με το προηγούμενο ανακοινωθέν, η Καμπότζη κατηγορούνταν για παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός, καθώς εξαπέλυσε «οβίδες όλμων εναντίον της περιοχής Τσονγκ Μποκ». Οι ταϊλανδικές ένοπλες δυνάμεις ανέφεραν ότι «ένας στρατιώτης τραυματίστηκε από θραύσματα», χωρίς να διευκρινίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασής του.
Η Πνομ Πεν δεν έχει προβεί μέχρι στιγμής σε επίσημη αντίδραση στις κατηγορίες αυτές.
Η κατάπαυση του πυρός, που συμφωνήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου, έθεσε τέλος σε τρεις εβδομάδες συγκρούσεων, οι οποίες προκάλεσαν 47 θανάτους και ανάγκασαν περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες και από τις δύο πλευρές να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στις αμφισβητούμενες παραμεθόριες περιοχές.
Η Μπανγκόκ και η Πνομ Πεν έχουν δεσμευθεί μέσω κοινής ανακοίνωσης να διατηρήσουν τις υφιστάμενες στρατιωτικές θέσεις τους και να συνεργαστούν στην αποναρκοθέτηση των παραμεθόριων ζωνών.
Οι δύο ασιατικές χώρες βρίσκονται σε διαμάχη για τα σύνορά τους μήκους 800 χιλιομέτρων, τα οποία χαράχτηκαν κατά τη διάρκεια της γαλλικής αποικιοκρατίας. Αλληλοκατηγορούνται για το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, ενώ ο προηγούμενος κύκλος συγκρούσεων τον Ιούλιο είχε προκαλέσει τον θάνατο 43 ανθρώπων μέσα σε πέντε ημέρες.