Η τράπεζα Edmond de Rothschild στη Γενεύη βρίσκεται στο επίκεντρο έντονου ενδιαφέροντος μετά τις αποκαλύψεις για δεσμούς της γενικής διευθύντριάς της με τον Αμερικανό χρηματιστή Τζέφρι Έπστιν. Η τράπεζα ανακοίνωσε ότι «έλαβε μέτρα» για την προστασία των πελατών και των εργαζομένων της, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει τη φύση αυτών των ενεργειών.
Σύμφωνα με δηλώσεις της διοίκησης στο Γαλλικό Πρακτορείο, το διοικητικό συμβούλιο «έχει οργανωθεί για να παρακολουθεί ανεξάρτητα την κατάσταση», ενώ δεν έχει γίνει γνωστό αν έχει ξεκινήσει εσωτερική έρευνα. Η υπόθεση έχει προκαλέσει πίεση στην τράπεζα μετά τη δημοσίευση, στις 30 Ιανουαρίου, εκατομμυρίων εγγράφων που σχετίζονται με τον Έπστιν, στα οποία εμφανίζεται το όνομα της Αριάν ντε Ροτσίλντ, γενικής διευθύντριας της Edmond de Rothschild.
Οι σχέσεις της Αριάν ντε Ροτσίλντ με τον Έπστιν ξεκίνησαν το 2013 σε επαγγελματικό επίπεδο, σύμφωνα με ανταλλαγές email που δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης. Τα μηνύματα αυτά υποδηλώνουν ότι ο Έπστιν εξελίχθηκε σταδιακά σε έμπιστο και στρατηγικό σύμβουλο της.
Μετά τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, η Edmond de Rothschild είχε αναφέρει πως η Αριάν ντε Ροτσίλντ τον είχε συναντήσει επανειλημμένα μεταξύ 2013 και 2019 «στο σύνηθες πλαίσιο των καθηκόντων της εντός του ομίλου» και ότι «δεν είχε καμία γνώση για τη διαγωγή και την προσωπική συμπεριφορά του Έπστιν».
Αντιδράσεις και οικονομικά αποτελέσματα
Ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Mediapart σχολίασε ότι «βαριά σιωπή έπεσε στην τράπεζα» μετά τις αποκαλύψεις, επισημαίνοντας πως το διοικητικό συμβούλιο δεν είχε εκδώσει ανακοίνωση για να καθησυχάσει τους πελάτες. Σε νέα δήλωση στο Γαλλικό Πρακτορείο, η Edmond de Rothschild ανέφερε ότι «έλαβε μέτρα που επιβάλλονται για να εγγυηθεί τα συμφέροντα των πελατών της, των υπαλλήλων της και των μετόχων της», χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες.
Η τράπεζα αναμένεται να δημοσιεύσει στα μέσα Μαρτίου τα αποτελέσματά της για το 2025. Ωστόσο, όπως δήλωσε εκπρόσωπός της, η συγκέντρωση κεφαλαίων ανήλθε σε περίπου 10 δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα (10,9 δισ. ευρώ) το περασμένο έτος, ενώ από τις αρχές του 2026 οι εισροές νέων κεφαλαίων ξεπερνούν τα 5 δισ. φράγκα.
Οι εκκρεμούσες πιστώσεις έχουν φτάσει σε ιστορικό υψηλό άνω των 200 δισ. φράγκων, με τη συγκέντρωση κεφαλαίων να παραμένει «ιδιαίτερα δυναμική» από τις 30 Ιανουαρίου, σύμφωνα με την τράπεζα.
Η αναφορά του ονόματος ενός προσώπου στον φάκελο Έπστιν δεν συνεπάγεται εκ των προτέρων κατακριτέα πράξη, ωστόσο τα δημοσιοποιημένα έγγραφα αποκαλύπτουν σχέσεις του Έπστιν ή του περιβάλλοντός του με προσωπικότητες που στο παρελθόν είχαν αρνηθεί κάθε σύνδεση.