Ενισχυμένη εμφανίστηκε η ζήτηση για δάνεια από ιδιώτες κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε όλους τους τομείς, επιβεβαιώνοντας πως η καταναλωτική και στεγαστική πίστη διατηρούν την ανθεκτικότητά τους. Συνολικά, τα υπόλοιπα χορηγήσεων από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες διαμορφώθηκαν σε 42,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 32,5 δισ. αφορούν σε στεγαστικά δάνεια και τα 9,8 δισ. ευρώ σε καταναλωτικά.
Μάλιστα, οι διοικήσεις των τραπεζών εκφράζουν απόλυτη σιγουριά πως οι στόχοι για νέες χορηγήσεις εντός του 2026 θα επιτευχθούν, με όχημα την ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης και φυσικά τα επιχειρηματικά δάνεια που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα των νέων δανείων.
Εξελίξεις όπως η άνοδος των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης που εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούνιο ή η λήξη του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» δεν είναι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν αρνητικά το αρχικό guidance που αφορούσε τις χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά. Αντιθέτως, εξέφρασαν απόλυτη σιγουριά πως θα πετύχουν τους ετήσιους στόχους τους για πιστωτική επέκταση, με κάποιες τράπεζες να αναθεωρούν ανοδικά την καθοδήγηση.
Τι δάνεια χορηγούν οι τράπεζες
Το μεγαλύτερο υπόλοιπο χορηγήσεων (προ προβλέψεων) προς τα νοικοκυριά «κρατάει» η Eurobank, η οποία στις 30 Ιουνίου 2026 είχαν διθαμορφωθεί στα 18,1 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 13 δισ. ευρώ αφορούν σε στεγαστικά δάνεια,αυξημένα κατά 9,2% σε σύγκριση με τα 12,8 δισ. της αντίστοιχης περιόδου του 2025 και τα 5,1 δισ. ευρώ σε καταναλωτικά, ενισχυμένα κατά 1,62% σε ετήσια βάση.
Κοιτώντας τις επιμέρους αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται η τράπεζα, στην Ελλάδα αντιστοιχούν υπόλοιπα στεγαστικών δανείων ύψους 7 δισ. ευρώ και καταναλωτικών 2 δισ. ευρ,ω στην Κύπρο 2,7 δισ. στεγαστικά και 0,7 δισ. καταναλωτικά και στη Βουλγαρία 3,3 δισ. ευρώ και 2,4 δισ. αντίστοιχα.
Ακολουθεί η Alpha Bank, η οποία σε επίπεδο Ομίλου διατηρεί υπόλοιπα χορηγήσεων στεγαστικών δανείων ύψους 7 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,3% σε ετήσια βάση, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 9,3% και διαμορφώθηκαν σε 1,3 δισ. ευρώ, με το συνολικό ποσό να αγγίζει τα 8,3 δισ. ευρώ.
Σε εγχώριο επίπεδο, τα στεγαστικά δάνεια διαμορφώθηκαν σε 6 δισ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 0,5% σε ετήσια βάση και τα καταναλωτικά σε 1,2 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 5%. Συνολικά, τα υπόλοιπα χορηγήσεων προς ιδιώτες διαμορφώθηκαν σε 7,2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα.
Όσον αφορά στην Εθνική Τράπεζα, τα υπόλοιπα χορηγήσεων προς ιδιώτες διαμορφώθηκαν σε 8,1 δισ. ευρώ κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αυξημένα κατά 1,25% σε ετήσια βάση. Από αυτά, τα στεγαστικά δάνεια άγγιξαν τα 6,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 1% και τα καταναλωτικά τα 1,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 7% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Τέλος, η Τράπεζα Πειραιώς έκλεισε τον Ιούνιο του 2026 με 8 δισ. ευρώ υπόλοιπα χορηγήσεων προς τα νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, τα 6,2 δισ. ευρώ, ή το 16% επί του συνόλου είναι στεγαστικά δάνεια και τα 1,8 δισ. ευρώ, ήτοι 5%, αντιστοιχούν σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Θετική επέκταση προς τα νοικοκυριά για πρώτη φορά το 2025
Σημειώνεται πως ο τραπεζικός δανεισμός προς τα νοικοκυριά ανέκαμψε σε θετικό επίπεδο το 2025 για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια, με τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης να αγγίζει το +0,7%.
Όπως προκύπτει από την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος για το έτος 2025, η επιβράδυνση του ρυθμού συρρίκνωσης των στεγαστικών δανείων και η σταδιακή επιστροφή τους σε θετικό έδαφος, σε συνδυασμό με την περαιτέρω επιτάχυνση της καταναλωτικής πίστης, οδήγησαν τον ιδιωτικό τομέα σε θετικά επίπεδα δανεισμού.
Συγκεκριμένα, το 2025 τα στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν οριακή αύξηση +0,7% έναντι μείωσης -2,6% το προηγούμενο έτος, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων ενισχύθηκε στο 7%, από 6,3% το 2024, με «όχημα» την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών.
Αξίζει να αναφερθεί πως η ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης είχε ξεκινήσει από το 2019, με τις νέες χορηγήσεις να αυξάνονται σε ετήσια βάση. Ωστόσο, η καθαρή ροή παρέμενε αρνητική, καθώς οι αποπληρωμές ήταν υψηλότερες από τις νέες εκταμιεύσεις.
Η αλλαγή ήρθε σταδιακά, όταν τα τραπεζικά επιτόκια για αγορά κατοικίας άρχισαν να μειώνονται, ενώ ταυτόχρονα έκαναν την εμφάνισή τους τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα «Σπίτι μου» και «Σπίτι μου ΙΙ», τα οποία έδωσαν την τελική ώθηση στην στεγαστική πίστη και την έφεραν σε θετικό έδαφος.
Πώς ενισχύθηκε η στεγαστική πίστη
Η επιστροφή των στεγαστικών δανείων σε θετικό επίπεδο δεν ήρθε τυχαία, αλλά ήταν αποτέλεσμα συγκροτημένων προσπαθειών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» έχει προσφέρει μια ουσιαστική «ένεση» ρευστότητας στην αγορά ακινήτων, ωστόσο, πολλοί πολίτες μένουν εκτός του προγράμματος. Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, η «παραγωγική» ηλικία των Ελλήνων στην οποία μπορούν υπεύθυνα να λάβουν και να αποπληρώσουν ένα στεγαστικό δάνειο είναι συχνά μετά τα 35, με αποτέλεσμα το κυβερνητικό πρόγραμμα να μην μπορεί να τους χρηματοδοτήσει.
Απάντηση σε αυτό το «κενό» έδωσαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες προσφέρουν ειδικά προϊόντα για αγορά πρώτης κατοικίας με προνομιακούς όρους, που καλύπτουν τις ανάγκες ενδιαφερόμενων που δεν πληρούν τα αυστηρά εισοδηματικά ή πολεοδομικά κριτήρια του «Σπίτι μου ΙΙ».
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδιαφέρον των πολιτών για αυτά τα προϊόντα είναι έντονο, τροφοδοτώντας τη στεγαστική πίστη, καθώς το ηλικιακό όριο αυξάνεται στα 50 έτη, ενώ τα εισοδηματικά κριτήρια είναι πιο ελαστικά.