Δάνεια ύψους 7 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και νοικοκυριά αναμένεται να κινητοποιήσουν δύο από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη χρηματοδότηση.
Συγκεκριμένα, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της ΔΕΘ προανήγγειλε τη θεσμοθέτηση του νέου προγράμματος «Σπίτι μου 3», που στηρίζει την αγορά πρώτης κατοικίας μέσω χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων, συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ, όπως και νέο δανειοδοτικό και εγγυοδοτικό πρόγραμμα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μέσω της μόχλευσης θα κινητοποιήσει πόρους ύψους 5 δισ. ευρώ.
Οι δύο αυτές παρεμβάσεις επιτρέπουν σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα ήταν αποκλεισμένες από τον τραπεζικό δανεισμό να αποκτήσουν επιπλέον κεφάλαιο, είτε για την αγορά πρώτης κατοικίας είτε για τη στήριξη της επιχείρησης.
Την ίδια στιγμή, ενισχύεται η στεγαστική πίστη, σε μια κρίσιμη περίοδο που η καθαρή πιστωτική επέκταση στεγαστικών δανείων επανήλθε σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια. Η στροφή αυτή δεν αφορά μόνο όσους αγοράσουν σπίτι μέσω του προγράμματος, αλλά επηρεάζει με έμμεσο τρόπο την κοινωνία συνολικά, καθώς «θεραπεύει» το τραύμα γύρω από τον δανεισμό που άφησε η κρίση.
Κινητήριος δύναμη σε αυτό το εγχείρημα αποτελεί η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, στην οποία πέρασαν τον Αύγουστο πόροι ύψους 2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και τώρα μπορεί να διαθέσει πίσω στην οικονομία, μέσα από τα δύο προγράμματα. Συγκεκριμένα, τα 1,5 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα υπόλοιπα 500 εκατ. ευρώ προς το «Σπίτι μου 3».
Στεγαστικά δάνεια 2 δισ. ευρώ με το «Σπίτι μου 3»
Το ανανεωμένο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3» αναμένεται να ανοίξει στις αρχές του 2027 και έχει σχεδιαστεί με διευρυμένα κριτήρια επιλεξιμότητας δικαιούχων και κατοικιών.
Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 500 εκατ. θα προέλθουν από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, 500 εκατ. ευρώ από τα ταμειακά διαθέσιμα που διαθέτει η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και το υπόλοιπο 1 δισ. θα συμπληρωθεί από τις τράπεζες.
Ανάμεσα στις αλλαγές που προβλέπονται για τη συνέχιση του προγράμματος που επιδοτεί την αγορά πρώτης κατοικίας βρίσκεται η αύξηση του ανώτατου ορίου ηλικίας από 50 έτη στα 55, καθώς η δημιουργία οικογένειας και η δυνατότητα αγοράς κατοικίας έρχεται πλέον αργότερα.
Επιπλέον, η ανώτατη εμπορική αξία του ακινήτου αυξάνεται στις 300.000 ευρώ, από 250.000 που ήταν στο «Σπίτι μου 2», ενώ το μέγιστο ποσό του δανείου αυξάνεται από 190.000 σε 230.000 ευρώ, με το μέγιστο ποσοστό επιδότησης να διατηρείται στο 90%.
Παράλληλα, αυξάνονται τα εισοδηματικά όρια για οικογένειες με παιδιά, από επιπλέον 5.000 ευρώ για κάθε παιδί σε 7.000 ευρώ το κάθε παιδί, όπως και τα όρια των τετραγωνικών μέτρων των επιλέξιμων κατοικιών με επιπλέον 10 τ.μ. για κάθε τέκνο άνω των τεσσάρων.
Πρόγραμμα δανειοδότησης 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Στην ίδια κατεύθυνση σχεδιάστηκαν δύο νέα προγράμματα δανειοδότησης και εγγυοδοσίας για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ύψους 1,1 δισ. ευρώ και 400 εκατ. ευρώ αντιστοίχως, που με τη συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος αυξάνονται σε νέα συγχρηματοδοτούμενα δάνεια 2,2 δισ. ευρώ και δάνεια εγγυοδοσίας 2,8 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τον πήχη των επιχειρηματικών δανείων στα 5 δισ. ευρώ.
Τα προγράμματα αναμένεται να ενεργοποιηθούν μέχρι τις αρχές του 2027 και δεν υπόκεινται στους προηγούμενους χρονικούς περιορισμούς του ΤΑΑ ως προς τη διάθεση των κεφαλαίων, διότι οι πόροι προέρχονται από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και όχι την ΕΕ.
Τα δύο αυτά προγράμματα θα καλύψουν τις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων και την ενίσχυση της ρευστότητας, είτε παρέχοντας δάνεια με χαμηλό επιτόκιο μέσω της συγχρηματοδότησης δανείου, είτε μέσω της κάλυψης των εξασφαλίσεων.
Τα μέτρα αναμένεται να καταστήσουν ευκολότερη τη πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους, δημιουργώντας παράλληλα πρόσθετα οφέλη στην οικονομία, καθώς μια υγιής επιχείρηση μπορεί μελλοντικά να παρέχει καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.