Ο Μόργκαν ΜακΣουίνι, πρώην προσωπάρχης του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος εισηγούμενος τον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ, διευκρινίζοντας ωστόσο πως δεν παρέκαμψε τη διαδικασία πρόσληψης.
Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο ΜακΣουίνι ανέφερε ότι πίστεψε πως ο Μάντελσον, έμπειρο στέλεχος των Εργατικών, θα μπορούσε να βοηθήσει τη Βρετανία να διασφαλίσει εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
«Ο διορισμός του Μάντελσον ως πρεσβευτή ήταν ένα σοβαρό λάθος κρίσης. Συνέστησα στον πρωθυπουργό να υποστηρίξει εκείνον τον διορισμό και ήταν λάθος να το κάνω», δήλωσε ο ΜακΣουίνι ενώπιον κοινοβουλευτικής επιτροπής.
Πρόσθεσε ότι «δεν παρέβλεψε την αξιολόγηση εθνικής ασφαλείας, ούτε ζήτησε από αξιωματούχους να αγνοήσουν διαδικασίες ή να παρακάμψουν βήματα». Όπως είπε, η διαδικασία ακολουθήθηκε κανονικά και με διαφάνεια.
Η κατάθεσή του ενισχύει την εκδοχή του Στάρμερ στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με πρώην αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών, σχετικά με το ποιος ευθύνεται για τις αστοχίες γύρω από τον διορισμό και κατά πόσον ο πρωθυπουργός γνώριζε τους κινδύνους που συνδέονταν με τον Μάντελσον.
Ο ΜακΣουίνι υποστήριξε ότι ενημέρωσε τον Στάρμερ για τα «υπέρ» και τα «κατά» του διορισμού, αφήνοντας την τελική απόφαση στον πρωθυπουργό, ο οποίος επέλεξε τον υποψήφιο που θεώρησε καταλληλότερο.
Αμφισβητήσεις και πολιτικές πιέσεις
Η υπόθεση γύρω από τον διορισμό του Μάντελσον στο κορυφαίο διπλωματικό πόστο της Βρετανίας, παρά το παρελθόν του και τις σχέσεις του με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Αμερικανό μεγιστάνα Τζέφρι Έπστιν, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και εκκλήσεις για παραίτηση του Στάρμερ.
Ο Στάρμερ έχει αναγνωρίσει ότι έκανε «λάθος» με τον διορισμό, επιμένοντας ωστόσο ότι τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες. Παράλληλα, επέκρινε αξιωματούχους για την έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την αρνητική σύσταση σώματος ελέγχου ασφαλείας.
Η χρονική πίεση του διορισμού
Πρώην ανώτατο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, ο Φίλιπ Μπάρτον, αποκάλυψε ότι υπήρχε «σαφής αίσθηση επείγοντος» ώστε ο νέος πρεσβευτής να αναλάβει καθήκοντα «έως ή γύρω από» την ορκωμοσία του Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου 2025.
Ο Μπάρτον, που διετέλεσε ανώτατος αξιωματούχος από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως τον Ιανουάριο του 2025, ανέφερε ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη του για την πολιτική αυτή απόφαση και ότι το γραφείο του Στάρμερ ήταν «αδιάφορο» απέναντι στη διαδικασία αξιολόγησης του Μάντελσον.
Ο Στάρμερ είχε διορίσει τον Μάντελσον στα τέλη του 2024, επαινώντας την «απαράμιλλη εμπειρία» του. Ο 72χρονος τότε Μάντελσον υπηρέτησε ως υπουργός την τελευταία φορά που οι Εργατικοί βρίσκονταν στην εξουσία πριν από περισσότερα από 15 χρόνια.
Η αποπομπή και οι συνέπειες
Ο Στάρμερ απέπεμψε τον Μάντελσον τον Σεπτέμβριο, μετά τη δημοσιοποίηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποκάλυψαν το εύρος των δεσμών του με τον Έπστιν. Η βρετανική αστυνομία συνέλαβε τον Μάντελσον τον Φεβρουάριο ως ύποπτο για ανάρμοστη διαφορά σε δημόσιο αξίωμα, χωρίς να έχουν απαγγελθεί ακόμη κατηγορίες. Δεν αντιμετωπίζει κατηγορίες για σεξουαλική ανάρμοστη συμπεριφορά.
Την περασμένη εβδομάδα, ο ανώτατος αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών Όλι Ρόμπινς κατέθεσε ότι δεχόταν «συνεχή πίεση» για να επισπεύσει τον διορισμό, ισχυρισμό που ο Στάρμερ αρνείται.
Η υπόθεση έχει πλήξει την αξιοπιστία του πρωθυπουργού, προκαλώντας αιτήματα για παραίτησή του και αμφισβητώντας την προεκλογική του δέσμευση για σταθερή διακυβέρνηση. Ωστόσο, το κοινοβούλιο αναμένεται να απορρίψει σήμερα πρόταση για τη διεξαγωγή έρευνας σε βάρος του.