Οι «πέντε Σοφοί» της Γερμανίας, το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, αναθεώρησαν προς τα κάτω σχεδόν κατά 50% την πρόβλεψή τους για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας το 2026, επηρεασμένοι από τις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την εαρινή τους έκθεση, το ΑΕΠ της Γερμανίας αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 0,5%, έναντι της αρχικής εκτίμησης για 0,9% που είχε ανακοινωθεί τον περασμένο Νοέμβριο.
Όπως επισημαίνουν, «οι τιμές της ενέργειας, οι οποίες οφείλονται στη σύγκρουση στο Ιράν, τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και διαβρώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών». Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι ο πληθωρισμός θα φθάσει στο 3,0% φέτος, πριν υποχωρήσει ελαφρώς στο 2,7% το 2027, ενώ το 2025 είχε διαμορφωθεί στο 2,2%.
Παράλληλα, «το υψηλό κόστος ενέργειας ασκεί πίεση στις επιχειρήσεις, περιορίζοντας τη βιομηχανική παραγωγή και καταπνίγοντας την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα». Ωστόσο, οι δημόσιες δαπάνες που προκύπτουν από το χρηματοδοτικό πακέτο για την άμυνα και τις υποδομές αναμένεται να προσφέρουν κάποια στήριξη στην ανάπτυξη.
Πίεση από το δημογραφικό και τις κοινωνικές δαπάνες
Η εαρινή έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πορεία των ασφαλιστικών εισφορών και τον αντίκτυπό τους στη γερμανική οικονομία, ενόψει της επικείμενης μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος. Οι εμπειρογνώμονες υπογραμμίζουν ότι η δημογραφική γήρανση εντείνει την πίεση στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.
«Οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα που προέρχονται από τις εισφορές. Κατά συνέπεια, το συνολικό ποσοστό εισφορών κοινωνικής ασφάλισης προβλέπεται να φθάσει σχεδόν στο 50% έως το 2040», αναφέρουν οι οικονομολόγοι. Προειδοποιούν ότι η τάση αυτή αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερο «βαρίδι» για την οικονομία, καθώς αυξάνει το κόστος εργασίας και μειώνει το καθαρό εισόδημα των νοικοκυριών, περιορίζοντας την κατανάλωση.
Η πρόεδρος του Συμβουλίου, Μόνικα Σνίτσερ, σημειώνει πως «πρέπει να επιβραδυνθεί η προβλεπόμενη αύξηση των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης και να σταθεροποιηθεί τόσο η βάση εσόδων όσο και το επίπεδο παροχών». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η αναμενόμενη αύξηση των εισφορών μπορεί να μειώσει το ΑΕΠ κατά 0,5 έως 0,9% έως το 2035.
Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι οι νεότερες γενιές ασφαλισμένων θα χρειαστεί να διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό των εισοδημάτων τους σε εισφορές σε σχέση με τις προηγούμενες. Για την αντιμετώπιση αυτής της τάσης, οι οικονομολόγοι εισηγούνται μείωση των δαπανών στη νοσοκομειακή περίθαλψη και στα φαρμακευτικά προϊόντα, ενίσχυση των μέτρων πρόληψης και μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ασφαλιστικής κάλυψης συζύγων χωρίς εισφορές, όταν δεν υπάρχουν παιδιά.