Ο υπουργός Ηθικής των Ταλιμπάν αρνήθηκε κάθε μορφή «καταπίεσης» στην πόλη Χεράτ του Αφγανιστάν, όπου η αστυνομία ηθών έχει εντείνει την εφαρμογή των ενδυματολογικών περιορισμών που επιβάλλονται στις γυναίκες.
«Όλα πάνε καλά στη Χεράτ», δήλωσε ο υπουργός για την Προώθηση της Ηθικής και Καταστολή της Ανηθικότητας, Μοχάμαντ Χαλίντ Χαναφί, σε συνέντευξη Τύπου στη μεγάλη αυτή πόλη του δυτικού Αφγανιστάν. Όπως υπογράμμισε, «δεν υπάρχει ούτε καταπίεση ούτε βαρβαρότητα εδώ και τα δικαιώματα των γυναικών αδελφών μας είναι σεβαστά».
Στις αρχές Ιουνίου, αρκετές γυναίκες συνελήφθησαν στη Χεράτ επειδή κατηγορήθηκαν πως δεν φορούσαν το τσαντόρ ή την μπούρκα – ρούχα που καλύπτουν ολόκληρο το σώμα. Μεταξύ αυτών, βρισκόταν και μια νοσηλεύτρια της ΜΚΟ «Γιατροί Χωρίς Σύνορα», η οποία καταδίκασε δημόσια την κράτησή της.
Στις 9 Ιουνίου σημειώθηκε σπάνια διαδήλωση διαμαρτυρίας για τις συλλήψεις, η οποία καταστάλθηκε βίαια. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τουλάχιστον δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.
Σε εθνικό επίπεδο, οι γυναίκες στο Αφγανιστάν υποχρεούνται να καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το σώμα τους όταν βγαίνουν από το σπίτι. Πολλές φορούν μακρύ φόρεμα τύπου αμπάγια και ισλαμική μαντίλα, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωτική η μπούρκα ή το τσαντόρ.
«Εντολή του Θεού» και όχι νόμος των Ταλιμπάν
Ο υπουργός Χαναφί υποστήριξε ότι οι «εχθροί» παρουσιάζουν τους περιορισμούς ως προϊόν του νόμου των Ταλιμπάν, ενώ στην πραγματικότητα, όπως είπε, πρόκειται για την «εντολή του Θεού». Παράλληλα, χαρακτήρισε τις διεθνείς επικρίσεις για τη Χεράτ ως «προπαγάνδα».
Από το 2021, οι Αφγανές έχουν αποκλειστεί από πολλά επαγγέλματα και δεν επιτρέπεται να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους πέρα από το δημοτικό. Επίσης, απαγορεύεται να επισκέπτονται πάρκα ή άλλους δημόσιους χώρους αναψυχής.
Πολλές γυναίκες στη Χεράτ έχουν δηλώσει στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) ότι βγαίνουν από το σπίτι μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης, φοβούμενες τη σύλληψη από την αστυνομία ηθών για πιθανές παραβιάσεις του ενδυματολογικού κώδικα.
«Με έχει κυριεύσει ο φόβος και έχω εγκαταλείψει τα πάντα», ανέφερε μία 27χρονη γυναίκα, η οποία μίλησε ανώνυμα για λόγους ασφαλείας. Όπως είπε, έχει σταματήσει να παρακολουθεί τα μαθήματα ξένων γλωσσών στα οποία πήγαινε καθημερινά.