Οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ εξαπέλυσαν για έκτη συνεχόμενη νύχτα βομβαρδισμούς στο Ιράν, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από την Τεχεράνη, η οποία κατηγόρησε την Ουάσιγκτον για πλήγματα σε πολιτικές υποδομές και απείλησε με αντίποινα σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού στρατού, το νέο «μεγάλο κύμα» επιθέσεων στόχευσε «εγκαταστάσεις παράκτιας επιτήρησης και αντιαεροπορικής άμυνας, στρατιωτικές επιμελητειακές υποδομές και ναυτικές δυνατότητες». Από την πλευρά του, το Ιράν ανέφερε ότι οι βομβαρδισμοί έπληξαν γέφυρες, αεροδρόμιο και σιδηροδρομικό σταθμό.
«Αν οι Αμερικανοί πλήττουν υποδομές της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τότε όλες οι υποδομές της περιοχής γίνονται θεμιτοί στόχοι για το Ιράν», δήλωσε εκπρόσωπος του στρατού σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση IRIB.
Οι ένοπλες δυνάμεις του Κουβέιτ και του Κατάρ ανέφεραν πως αντιμετώπισαν αεροπορικές επιθέσεις τις πρώτες πρωινές ώρες, ενώ στο Μπαχρέιν ενεργοποιήθηκαν δύο φορές οι σειρήνες συναγερμού. Εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού δήλωσε, σύμφωνα με το IRIB, ότι πραγματοποιήθηκαν επιδρομές με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Κουβέιτ.
Κλιμάκωση των επιθέσεων και απώλειες
Η ιρανική κρατική τηλεόραση ανέφερε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις βομβάρδισαν δύο γέφυρες στην περιοχή Μπαντάρ Χαμίρ, προκαλώντας τον θάνατο επτά ανθρώπων, καθώς και το σιδηροδρομικό σταθμό στην Μπαντάρ Αμπάς και το αεροδρόμιο της Ιρανσάρ.
Η πόλη Μπουσέρ, όπου βρίσκεται σημαντικό λιμάνι και ο μοναδικός πυρηνικός ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός του Ιράν που παραμένει σε λειτουργία, δέχθηκε δεύτερο βομβαρδισμό μέσα σε λίγες ώρες, σύμφωνα με το πρακτορείο IRNA.
Διεθνείς αντιδράσεις και διπλωματικές κινήσεις
Ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ είχε απειλήσει νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι θα στοχεύσει γέφυρες και ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς του Ιράν, αν η Τεχεράνη δεν «επιστρέψει στο τραπέζι» των διαπραγματεύσεων. Οι εχθροπραξίες αναζωπυρώθηκαν στις 7 Ιουλίου, μετά από επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στον Κόλπο, οι οποίες αποδόθηκαν στο Ιράν.
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος, που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει προκαλέσει χιλιάδες θανάτους, κυρίως στο Ιράν και τον Λίβανο, και εξακολουθεί να ταράζει την παγκόσμια οικονομία. Το Πακιστάν, το οποίο μεσολαβεί στις διαπραγματεύσεις, κάλεσε τις δύο πλευρές να «τερματίσουν τη βία και να ξαναρχίσουν τις συνομιλίες» βάσει του «μνημονίου κατανόησης» της 17ης Ιουνίου.
Ωστόσο, ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ δήλωσε ότι η συμφωνία «δεν έχει νόημα παρά μόνο όταν οι όροι της επικυρώνονται κι εφαρμόζονται» και ότι η χώρα του «δεν έχει λόγο» να την τηρεί.
Ενεργειακές επιπτώσεις και ανησυχίες
Η Τεχεράνη έκλεισε εκ νέου το στενό του Ορμούζ το περασμένο Σαββατοκύριακο, ενώ η Ουάσιγκτον απάντησε ανακοινώνοντας νέο αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο. Παρά τη συνεχιζόμενη ένταση, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σταθερές, με το Brent να διαπραγματεύεται γύρω στα 85 δολάρια το βαρέλι.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι χωρίς συνεννόηση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποκατάσταση των ροών πετρελαίου μέσω του στενού του Ορμούζ, η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια τίθεται σε κίνδυνο. «Το ζήτημα παραμένει κρίσιμο», τόνισε, εκφράζοντας προσωπική ανησυχία για την εξέλιξη της κατάστασης τις επόμενες εβδομάδες.