Η γερμανική βιομηχανία και οι φορείς του κλάδου της ηλιακής ενέργειας εκφράζουν έντονη ανησυχία για το νέο σχέδιο του υπουργείου Οικονομίας, που προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων. Όπως προειδοποιούν, η εφαρμογή του μπορεί να απειλήσει την ίδια την επιβίωση του τομέα, θέτοντας σε κίνδυνο επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ και χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τον γερμανικό σύνδεσμο εταιρειών ηλιακής ενέργειας (BSW), η κατάργηση της υποστήριξης για νέα μικρά φωτοβολταϊκά συστήματα από το 2027 θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση πολλών επιχειρηματικών σχεδίων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναμένεται να πληγούν περισσότερο, καθώς αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του κλάδου.
Το υπουργείο, υπό την Κατερίνα Ράιχε της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), παρουσίασε το σχέδιο για τη νέα εκδοχή του νόμου περί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συνοδευόμενο από πακέτο για την αναβάθμιση του δικτύου διανομής ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι διαχειριστές φωτοβολταϊκών έως 25 κιλοβάτ (kW) που θα τεθούν σε λειτουργία μετά το 2027 θα λαμβάνουν εγγυημένες πληρωμές μόνο για 36 μήνες.
Μετά την τριετία, οι παραγωγοί θα πρέπει να διαθέτουν την ενέργειά τους στην αγορά, συνάπτοντας συμφωνίες με παρόχους σε ένα περιβάλλον έντονων διακυμάνσεων τιμών. Ο BSW προειδοποιεί ότι αυτή η αλλαγή αυξάνει την αβεβαιότητα και περιορίζει την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Η διευθύνουσα σύμβουλος του BSW, Κάρστεν Κέρνιχ, χαρακτήρισε το σχέδιο του υπουργείου «εντελώς άχρηστο», σημειώνοντας ότι «διατηρεί τα νοικοκυριά εξαρτημένα από τα ορυκτά καύσιμα» και απειλεί δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στη βιομηχανία φωτοβολταϊκών. Αντίστοιχη κριτική άσκησε η γερμανική ομοσπονδία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (BEE), με την Ούρσουλα Χάινεν-Έσερ να επισημαίνει ότι η κυβέρνηση δημιουργεί «νέα αβεβαιότητα αντί για αξιόπιστες συνθήκες επένδυσης».
Αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολιτικούς
Το σχέδιο προβλέπει ακόμη την προσωρινή απενεργοποίηση νέων φωτοβολταϊκών και αιολικών εγκαταστάσεων σε περιοχές με συμφορήσεις του δικτύου, ώστε να αποφεύγεται η υπερφόρτωση. Ο BSW προειδοποιεί ότι αυτό θα οδηγήσει στη δημιουργία «ζωνών αποκλεισμού» για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η μη κυβερνητική οργάνωση Δράση για το Περιβάλλον της Γερμανίας (DUH) χαρακτήρισε το μέτρο «αποφασιστικό λάθος», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση μετακυλίει τις συνέπειες της ανεπαρκούς επέκτασης του δικτύου στους παραγωγούς πράσινης ενέργειας. Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής ένωσης νέας ενέργειας και οικονομίας (BNE), Ρόμπερτ Μπους, επέκρινε τους διαχειριστές δικτύου ότι καθορίζουν αυθαίρετα τον ρυθμό της ενεργειακής μετάβασης.
Η αντιπρόσωπος του κόμματος Η Αριστερά (Die Linke), Τζανίν Βίσλερ, κατηγόρησε την υπουργό Οικονομίας Ράιχε ότι προκαλεί «καταστροφή» για τους παραγωγούς και υπονομεύει την οικονομικότητα της ανανεώσιμης ενέργειας. Ο αρμόδιος για την οικονομική πολιτική των Πρασίνων, Μίχαελ Κέλνερ, σημείωσε ότι η κυβερνητική πολιτική ευνοεί υπερβολικά τους διαχειριστές δικτύου, εμποδίζοντας την ανάπτυξη μικρών φωτοβολταϊκών στις στέγες κατοικιών.
Η πορεία της ενεργειακής μετάβασης
Η Γερμανία έχει επενδύσει δυναμικά στην πράσινη ενέργεια από το 2000. Το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 58% της ηλεκτροπαραγωγής, με στόχο να φτάσουν στο 80% έως το 2030. Η υπουργός Οικονομίας, Κατερίνα Ράιχε, δηλώνει ότι το σχέδιο αποσκοπεί στη διατήρηση του στόχου με χαμηλότερο κόστος για τους φορολογούμενους.
Ωστόσο, μέλη του κυβερνητικού εταίρου, των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), όπως ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ και η υπουργός Περιβάλλοντος Κάρστεν Σνάιντερ, διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση θα επιβραδύνει την ενεργειακή μετάβαση και θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.